Posts Tagged ‘παιδεία’

Γ ΕΛΜΕ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΑΫΓΕΤΟΥ 60, ΠΑΤΗΣΙΑ, ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ – ΦΑΞ: 210 2012013
g.elme.athinas@gmail.com
Την ώρα, που τα σχολεία μας ρημάζουν από τις συνεχιζόμενες μνημονιακές πολιτικές της λιτότητας και των περικοπών και δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις στοιχειώδεις λειτουργικές τους ανάγκες, ο υπουργός θεώρησε ότι είναι σημαντική η μικρή αύξηση των δαπανών για την Παιδεία που προβλέπεται στον προϋπολογισμό του 2017, και δεν δεσμεύτηκε για την πραγματοποίηση μόνιμων διορισμών, παραπέμποντας το θέμα στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.
Καταλαβαίνουμε ότι οι περίφημοι 20.000 διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών αποτελούν οριστικό παρελθόν, αφού οι δανειστές, όπως είχε διαρρεύσει επί υπουργείας Φίλη, απαιτούν ως προϋπόθεση για διορισμούς την αξιολόγηση και τις απολύσεις στο δημόσιο. Είναι προφανές ότι η αδιοριστία και η υποχρηματοδότηση θα επιβαρύνουν και θα ελαστικοποιήσουν περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών και θα πλήξουν τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας στις προγραμματικές της δηλώσεις δεν έλαβε υπόψη τα αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος. Προσπάθησε να καλλιεργήσει κλίμα συναίνεσης για την προώθηση των επιλογών της, αποκρύπτοντας πως τα κριτήρια και ο οδηγός των μεταρρυθμίσεων είναι κατά κύριο λόγο οι δεσμεύσεις του 3ου μνημονίου και οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ. Τέτοιες κατευθύνσεις είναι η αξιολόγηση και οι αναδιαρθρώσεις της δομής του δημόσιου σχολείου.
Ο υπουργός δήλωσε ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις για το Λύκειο με βάση τα πορίσματα του Εθνικού διαλόγου (αναβάθμιση δύο τάξεων Λυκείου, Εθνικό Απολυτήριο, Πανελλαδικές, Α΄έτος ΑΕΙ) θα είναι έτοιμες ως το Μάρτιο και μίλησε για αξιολόγηση, αυτονομία και αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Στο όνομα της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δε θα δεχτούμε με κανένα τρόπο την εντατικοποίηση των σπουδών και την αύξηση των εξετάσεων στο Λύκειο, ούτε βέβαια την κατηγοριοποίηση μαθητών και σχολείων (εθνικό απολυτήριο – πιστοποιητικό σπουδών). Παράλληλα, στο όνομα της «αυτονομίας» δε θα επιτρέψουμε να ανοίξει η πόρτα των σχολείων στους χορηγούς και την «τοπική κοινωνία» για να παρεμβαίνουν στη λειτουργία, τη διαμόρφωση και το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού έργου.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να δεχτούμε την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις του υπουργού, γιατί γνωρίζουμε ότι έτσι ανοίγει ο δρόμος για την εξωτερική και για την ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που με τόσους αγώνες αποτρέψαμε το προηγούμενο διάστημα. Παρά την πρόσφατη κατάργηση άρθρων του Ν.4024/11 και την αποσύνδεση της ατομικής αξιολόγησης με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δεν έχει καταργηθεί το πλέγμα των νόμων της αξιολόγησης- χειραγώγησης (ΠΔ152, Ν.3848/10, Ν.3879/10, Ν.4142/13).

Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για την οριστική τους κατάργηση, έχοντας κατά νου ότι η απάντηση στην κρίση της Παιδείας δεν μπορεί να είναι η αξιολόγηση και το σχολείο της αγοράς που θέτει φραγμούς σε μεγάλα τμήματα φτωχών μαθητών γιγαντώνοντας τις εκπαιδευτικές ανισότητες, με κακοπληρωμένους, εξουθενωμένους και πειθαναγκασμένους εκπαιδευτικούς. Με τους αγώνες μας οι εκπαιδευτικοί και το συνδικαλιστικό κίνημα στηρίξαμε και στηρίζουμε το δημόσιο σχολείο, απαιτώντας την ουσιαστική του χρηματοδότηση και την ποιοτική του αναβάθμιση σε όφελος όλων των μαθητών/τριών χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις.
Λίγο πριν τις δηλώσεις του Υπουργού, με πρόσκληση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) κλήθηκαν «δημόσιες σχολικές μονάδες της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια) να εκδηλώσουν ενδιαφέρον» προκειμένου να συμμετάσχουν στην «πιλοτική εφαρμογή της Περιγραφικής Αξιολόγησης μαθητών». Μέσα σε ένα θολό τοπίο, αφού το υποστηρικτικό – επιμορφωτικό υλικό δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί, καλούνται οι εκπαιδευτικοί να αποδεχτούν και να υλοποιήσουν ένα σύστημα αξιολόγησης μαθητών, το οποίο δεν γνωρίζουν!

Υπενθυμίζουμε στους συναδέλφους/ισσες ότι η συμμετοχή τους είναι προαιρετική και τους καλούμε να μην συμμετάσχουν στο πρόγραμμα της πιλοτικής περιγραφικής αξιολόγησης των μαθητών.
Συνεχίζουμε την πάλη μας για την ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και την υπεράσπιση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών/τριών μας, διεκδικώντας :
Αύξηση των δαπανών για την Παιδεία στο 5% του ΑΕΠ και έκτακτη χρηματοδότηση των σχολικών επιτροπών για την κάλυψη των αναγκών των σχολείων.
20 μαθητές στο τμήμα, 15 στις κατευθύνσεις και 10 μαθητές ανά καθηγητή στα εργαστήρια.
Κατάργηση της αύξησης του διδακτικού ωραρίου-επαναφορά στα επίπεδα του 2013.
Επαναφορά μειωμένου ωραρίου στους υπεύθυνους εργαστηρίων.
Μόνιμοι μαζικοί διορισμοί -σταθερή εργασία για όλους. Πρόσληψη όλων των αναπληρωτών.

Κανένας εκπαιδευτικός καμίας ειδικότητας δεν περισσεύει. Διορισμοί για την πλήρη και ισότιμη ένταξη των παιδιών των προσφύγων στα σχολεία
Γενναία χρηματοδότηση και στήριξη της Τεχνικής εκπαίδευσης.
Όχι στις υποχρεωτικές μετακινήσεις και τις πλασματικές υπεραριθμίες. Οργανική θέση για όλους.
Αυξήσεις στους μισθούς. Άρση των αδικιών του μισθολογίου, ξεπάγωμα των Μ.Κ. Όχι στο μισθολόγιο-φτωχολόγιο.
Πραγματικές συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις και γνήσιες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ομοσπονδιών.
Πλήρη συνταξιοδοτικά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων. Σύστημα υγείας, συνταξιοδότησης, πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης για όλους, αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν. Πλήρης σύνταξη στα 30 χρόνια υπηρεσίας, ηλικιακό όριο τα 60 χρόνια.
Κατάργηση Καθηκοντολόγιου. Ο Σύλλογος καθηγητών κυρίαρχο όργανο διοίκησης.
Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σύμφωνα με τις θέσεις του κλάδου.
Καλούμε το ΔΣ της ΟΛΜΕ να προσδιορίσει Γενικές Συνελεύσεις και ΓΣ Πρόεδρων των ΕΛΜΕ το Γενάρη για να αποφασίσουμε απεργιακό πρόγραμμα δράσης έτσι ώστε με μαζικούς αγώνες να ανατρέψουμε μνημόνια και πολιτικές λιτότητας, και να πετύχουμε την υλοποίηση των αιτημάτων μας.
Για το ΔΣ της Γ ΕΛΜΕ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΚΟΚΛΑΣ ΜΠΑΜΠΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΑΔΑΜ

 

1507265_10152977857219497_8606333562568493964_oΤα προηγούμενα χρόνια αγωνιστήκαμε ενάντια στις μνημονιακές κυβερνήσεις και ενάντια στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Αγωνιστήκαμε για δικαιοσύνη, δημοκρατία, λαϊκή και εθνική κυριαρχία. Φάγαμε δακρυγόνα, πολλά δακρυγόνα, τσακίσαμε τα πόδια και τη μέση μας σε πορείες και διαδηλώσεις, περάσαμε μερόνυχτα στο Σύνταγμα.

Τα προηγούμενα χρόνια αγωνιστήκαμε ενάντια στο νέο σχολείο της Διαμαντοπούλου, στο «πρώτα ο μαθητής» του Αρβανιτόπουλου, σε μετρα που  πίσω από τα ωραία λόγια των «αναγκαίων μεταρρυθμίσεων» έκρυβαν, συγχωνεύσεις- καταργήσεις  σχολείων, εξοικονόμηση πόρων, απολύσεις εκπαιδευτικών, ενίσχυση του ταξικού χαρακτήρα του σχολείου και αύξηση της μαθητικής διαρροής.

Τα προηγούμενα χρόνια, προκειμένου να στηρίξουμε την λαϊκή οικογένεια, την δική μας οικογένεια, αλλά και να κρατήσουμε ακμαίο ηθικό, να μην αφεθούμε στην απόγνωση, να δημιουργήσουμε τους όρους της αντίστασής μας , να συνυπάρξουμε σε συλλογικότητες και να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον, δημιουργήσαμε δομές αλληλεγγύης και κοινωνικά φροντιστήρια

Με όλους αυτούς τους τρόπους στηρίξαμε και δυναμώσαμε ένα κόμμα που είχε τότε την παρρησία να πει πως υπάρχει άλλη λύση και να διεκδικήσει την εξουσία, ένα αριστερό κόμμα, το ΣΥΡΙΖΑ, και το οδηγήσαμε σε εκλογική νίκη και δημιουργία κυβέρνησης.

Σήμερα, η κυβέρνηση αυτή και το κόμμα αυτό, έχοντας απαλλαγεί από τα κομμάτια τους εκείνα που επέμειναν πως η άλλη λύση υπάρχει και αρνήθηκαν να συνθηκολογήσουν (το τι έκαναν αυτά τα κομμάτια είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση) όχι απλά εφαρμόζει τις πολιτικές ενάντια στις οποίες αγωνιστήκαμε, αλλά το κάνει στο όνομα της αριστεράς και στο όνομα των αγώνων μας.  Διασύροντας και την αριστερά και τους αγώνες μας.

σαν τον σοσιαλισμό που σε βολεύει

Ο Ιωάννης Παντής , Γ.Γ. του Υπ.Παιδείας, στις 25/10/16, καλεσμένος σε τηλεοπτική εκπομπή αναγγέλλει την έναρξη της ενισχυτικής διδασκαλίας για το γυμνάσιο, και σε ερώτηση της δημοσιογράφου για το αν θα υπάρξει κάτι και στο λύκειο απαντάει ότι «για το λύκειο όπως ξέρετε υπάρχουν και τα κοινωνικά φροντιστήρια, υπάρχει ένα σύστημα υποστηρικτικό».

Αυτά τα λόγια με σφίξανε σαν πένσα

Το υπόμνημα της επιτροπής Λιάκου για την εκπαίδευση αποτελεί μια νέα συσκευασία των προτάσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων μαζί με ένα πρόγραμμα που αποτελεί αντιγραφή του διεθνούς Μπακαλορεά (IB), και  επαναφέρει όλα όσα ήταν «κόκκινα πανιά»  για το εκπαιδευτικό κίνημα επενδεδυμένα όμως με αριστερή ρητορεία και μεγαλοστομίες

Ο πρώτος προβοκάτορας απ’ όλους στη ζωή μου
είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει την φωνή μου

Στη σελ. 7, για παράδειγμα, παρατίθεται κι ένα απόσπασμα του Α. Ελεφάντη για την παιδεία: «Είναι το κοινό ταμείο του πολιτισμού μας από το οποίο ο οιοσδήποτε πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκταμιεύει τα αγαθά της αποθησαυρισμένης ευαισθησίας και της συσσωρευμένης γνώσης».

Παρά το ότι ακόμα και η συνδικαλιστική παράταξη που πρόσκειται στο κυβερνών κόμμα και πλειοψηφεί στην ΟΛΜΕ καταδικάζει το υπόμνημα, κάποιες από τις προτάσεις του εχουν ήδη μπει σε φάσεις υλοποίησης και ο αρμόδιος υπουργός κύριος Φιλης εμφανίζεται να στηρίζει το υπόμνημα. Ωστόσο, ακόμα κι αν η (ισχνή, άλλωστε) αντίδραση των συνδικαλιστικών οργάνων των εκπαιδευτικών πετύχει μια κάποια αναδίπλωση, τα μέτρα του υπομνήματος Λιάκου θα επανέλθουν και θα επανέλθουν με διάφορες συσκευασίες μέχρι τελικά να περάσουν, αφού αποτελούν δεσμεύσεις των κυβερνήσεων προς τους δανειστές.

Μεταξύ άλλων, στη σελ 34 το υπόμνημα λέει: «Η θέσπιση κινήτρων θα έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα στην κάμψη των αντιστάσεων. Εναλλακτικά θα στρατολογηθεί νέο δυναμικό – απόφοιτοι των πανεπιστημίων κατά την τελευταία πενταετία, με φρέσκιες γνώσεις, όρεξη για δουλειά και δυνατότητα διαμόρφωσης νέων επαγγελματικών συνηθειών»

χαμογελούσε,ναι, γιατί να σκοτιστεί

Εμάς, λοιπόν, που στηρίξαμε και βάλαμε πλάτη τα προηγούμενα χρόνια για να φτάσετε να κυβερνάτε, εμάς που την αντίστασή μας θέλετε τωρα  να κάμψετε, εμάς που παίρνετε την αλήθεια μας και μας την κάνετε λιώμα, μας χρωστάτε τουλάχιστον αυτό: να λέτε τα πράγματα με το όνομά τους. Να λέτε πως οι μεταρρυθμίσεις σας είναι νεοφιλελεύθερες. Να λέτε πως δεν έχετε άλλη επιλογή από το να τις εφαρμόσετε γιατι τις έχετε ήδη υπογράψει και γιατι «δεν υπάρχει άλλη λύση». Να λέτε πως απώτερος στόχος των μεταρρυθμίσεων είναι η εξοικονόμηση πόρων αλλά – και αυτό είναι το πιο σημαντικό και το πιο σκληρό – η δημιουργία μιας γενιάς αποφοίτων γυμανσίου με χαμηλές προσδοκίες, μιας γενιάς πρόθυμων ανειδίκευτων εργαζόμενων για την επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία του νέου κατώτατου μισθού. Να μην στολίζετε αυτή την αγριότητα με ωραία λόγια, με τα δικά μας λόγια.

 απ’ το πόδι με τραβάς βαθιά μέσα στο χώμα

Δεν περιμένουμε βεβαια να το κάνετε. Αλλά, μ’ εμάς, δεν θα ξεμπερδέψετε τόσο εύκολα. Γιατί εμείς δεν αποδεχόμαστε τον δρόμο που διαλέξατε ως μονόδρομο και είμαστε αποφασισμένοι/ες να μη σας αφήσουμε να δρομολογήσετε τον εξανδραποδισμό μας.

Εκείνο που υψώνεται και σε εκμηδενίζει
είναι της καρδούλας μου το φως που ξεχειλίζει

Γιωργία Βαλωμένου, ΠΕ12.02

(υποψήφια με την  Αγωνιστική Ριζοσπαστική ΕΝΟΤΗΤΑ)

*ο τίτλος είναι στίχος από το τραγούδι του Δ.Σαββόπουλου «Πολιτευτής» Άλμπουμ Ρεζέρβα (1979). Από το ίδιο τραγούδι προέρχονται και οι άλλοι στίχοι που είναι γραμμένοι με italic στο κείμενο. Η χρήση του στίχου του τίτλου είναι κλεμμένη από τον σύντροφο δάσκαλο Γιώργο Παζάλο.

 

του Βασίλη Ξυδιά

{Αναδημοσίευση δύο άρθρων του Β.Ξυδιά απο τον Δρόμο της Αριστεράς (link στους τίτλους)}

Οδεύοντας προς το νεοφιλελεύθερο σχολείο

Μπροστά ο Φίλης, πίσω ο Λιάκος και στο βάθος η Διαμαντοπούλου

filhs-liakos-650x250

Θα έχετε διαβάσει και σεις διάφορα άρθρα που λένε πόσο σημαντικό πράγμα είναι η Παιδεία, πόσο σημαντική είναι η γνώση και η ηθική καλλιέργεια – ιδίως σε καιρούς κρίσης και σε χώρες όπως η δική μας, ώστε να δημιουργηθεί το απαραίτητο δυναμικό που θα οδηγήσει στην ανάταξη. Εγώ, λοιπόν, όποτε βλέπω τέτοια, έρχεται ζωντανή μπροστά μου η εικόνα του εκάστοτε υπουργού Παιδείας να χαμογελά, άλλοτε πικρά, άλλοτε ειρωνικά, και άλλοτε να καγχάζει με την αφέλεια (πώς αλλιώς να την πει κανείς;) όλων αυτών των κατά τα άλλα λογικών ανθρώπων που σκέφτονται μ’ αυτόν τον αναχρονιστικό τρόπο.

Διότι εδώ τα πράγματα είναι κουκιά μετρημένα. Για τις ελίτ που κυβερνούν, το σχολείο, όπως το ξέραμε στη μοντέρνα, στη βιομηχανική εποχή, το σχολείο που αποσκοπούσε στη μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των παιδιών, πρώτα απ’ όλα ως πολιτών μιας χώρας, αυτό το σχολείο έχει πρακτικά τελειώσει. Το πώς και το γιατί είναι μεγάλη ιστορία, αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η κρίση της γενικής εκπαίδευσης (είτε δημόσιας, είτε ιδιωτικής) έχει ξεσπάσει εδώ και πολλές δεκαετίες, και πως δεν είναι επομένως ο νεοφιλελευθερισμός υπεύθυνος γι’ αυτήν. Ο νεοφιλελευθερισμός απλώς έκανε τη δική του διάγνωση και βρήκε τη δική του λύση στο πρόβλημα: πονάει χέρι, κόψει χέρι· πονάει μάτι, βγάλει μάτι. Με δυο λόγια τέρμα το σχολείο για όλους.

Ή μάλλον -να το πω πιο σωστά- τέρμα το σχολείο που νοιάζεται για όλους. Γιατί δεν έχει κατ’ αρχήν αντίρρηση ο νεοφιλελευθερισμός να έχουν όλοι πρόσβαση σε κάποια μορφή γενικής εκπαίδευσης, της οποίας όμως ο κύριος σκοπός θα είναι να αναπαράγει -όχι την ελίτ (γι’ αυτήν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί)- αλλά έναν επαρκή αριθμό κατώτερων, μεσαίων και ανώτερων στελεχών που χρειάζονται για να λειτουργούν οι επιχειρήσεις, το κράτος κ.λπ. Και βέβαια, βασικό στοιχείο αυτής της νεοφιλελεύθερης εκπαίδευσης είναι το ξεσκαρτάρισμα της πολύ μεγάλης μάζας των μη αναγκαίων και μη ικανών, που θα πρέπει να πετάγονται έξω από την εκπαιδευτική διαδικασία στις διάφορες βαθμίδες της.

Γι’ αυτούς τους τελευταίους δεν υπάρχει καμία απολύτως στενοχώρια και κανένας δισταγμός, ούτε καμία πρόβλεψη τι θα απογίνουν. Έτσι κι αλλιώς στη νεοφιλελεύθερη δυστοπία ένα μεγάλο τμήμα της (λεγόμενης) κοινωνίας θα είναι σκουπίδια. Όχι προλετάριοι· σκουπίδια. Άχρηστοι, απόβλητοι, αδιάφοροι. Αρκεί να είναι επαρκώς ξεδοντιασμένοι, ανίκανοι να προσβάλουν τη νέα τάξη πραγμάτων.

Αν υπάρχουν κάποια ερωτήματα, αυτά αφορούν το πόσο θα είναι το κόστος του υπό διαμόρφωση νέου εκπαιδευτικού μηχανισμού και ποια θα είναι η λειτουργικότητά του (λειτουργικότητα σε σχέση πάντα με τον στόχο που είπαμε). Και υπάρχει ασφαλώς και ένα τρίτο ζήτημα. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η μεταβατική-μεταρρυθμιστική πολιτική, που θα πάρει τα πράγματα από την παρούσα κατάσταση και θα τα οδηγήσει στον τελικό στόχο.

Ένα σχέδιο σ’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση είχε εκπονήσει στις μέρες της, ως υπουργός Παιδείας, η Άννα Διαμαντοπούλου. Το σχέδιο του λεγόμενου «Νέου Σχολείου». Με τα κριτήρια αυτά δεν ήταν κακό το σχέδιο αυτό. Ίσα-ίσα. Είχε βέβαια την ατυχία να ταυτιστεί με τη γενικότερη μοίρα του ΠΑΣΟΚ και των προ-ΣΥΡΙΖΑ μνημονιακών κυβερνήσεων, υπάρχει πάντα όμως ως παρακαταθήκη προς αξιοποίηση από κάθε ενδιαφερόμενο.

Κι αφού περάσαμε από τον ανερυθρίαστο και χονδροειδή στο είδος του Κ. Αρβανιτόπουλο, και το σύντομο διάλειμμα Αρ. Μπαλτά, της «αντιμνημονιακής» περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ, εκλήθη τώρα ο ευφυής και ευέλικτος Ν. Φίλης να δώσει αυτός τη δική του λύση στα τρία παραπάνω προβλήματα – ιδιαίτερα στο τρίτο.

Υπ’ αυτό το πρίσμα θα έπρεπε να δει κανείς το σχέδιο που επεξεργάστηκε ο Αντ. Λιάκος στα τέλη της άνοιξης. Και σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δούμε το τωρινό διάταγμα του Ν. Φίλη για τα Γυμνάσια, σαν μια τροχιοδεικτική βολή για όσα μέλλει να ακολουθήσουν.

Γιαγιά, γιατί φέτος θα με εξετάσεις σε λιγότερα μαθήματα;

Για να σε κόψω καλύτερα παιδάκι μου!

filhs-650x250.png

Αν πάρουμε μία-μία τις καινοτομίες που εισάγονται και τις δούμε σαν αποκομμένες διοικητικές ρυθμίσεις δεν μοιάζουν και τόσο άσχημες. Αρχίζει, όμως, κανείς να καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει αν κάνει ένα zoom-out από τα επιμέρους μέτρα και προσπαθήσει να δει τη «μεγάλη εικόνα». Θα διακρίνει τότε το λεπτό νήμα που συνδέει τις τωρινές αλλαγές με το «Νέο Σχολείο» της Άννας Διαμαντοπούλου.

Η διαφορά είναι ότι η υπουργός του ΠΑΣΟΚ, ως πιο διαφανής στις προθέσεις της, στόχευσε κατευθείαν στο Λύκειο, προσπαθώντας να το προσαρμόσει στο εξεταστικό σχήμα του International Baccalaureate, ενώ ο τώρα ο Φίλης, καλυπτόμενος πίσω από τεράστιους όγκους αριστερής ρητορικής, δεν προχωρά αμέσως στο ναρκοπέδιο του Λυκείου. Ξεκινά ήπια και προσεκτικά από το Γυμνάσιο, θέλοντας για την ώρα να εθίσει απλώς τους μικρούς μαθητές σε λίγες ελαφρές τζούρες του International Baccalaureate, που σε επόμενη φάση θα τους προσφέρει αυτό ή κάτι παρόμοιο κανονικά και με τη μία.

allages

Δύο ταχύτητες

Τα νέα μέτρα είναι, λίγο ως πολύ, γνωστά. Παρουσιάζονται συνοπτικά στον παραπάνω πίνακα (Καθημερινή 9/9/2016). Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως το κρίσιμο μέτρο -αυτό που δίνει το στίγμα- είναι ο χωρισμός των μαθημάτων σε δύο ομάδες, όπου μόνο τέσσερα (γλώσσα, ιστορία, μαθηματικά και φυσική) θα εξετάζονται με τελικό γραπτό διαγώνισμα, ενώ τα υπόλοιπα θα βαθμολογούνται με βάση την αξιολόγηση των δύο τετραμήνων και μόνο.

Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θέλησε να παρουσιάσει το μέτρο αυτό σαν μια παιδαγωγική προτίμηση στην αξιολόγηση χωρίς γραπτές εξετάσεις. Αλλά είναι σαφές ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Αν ήταν αυτό, τότε γιατί να μη βαθμολογούνται όλα τα μαθήματα έτσι, χωρίς τελικό διαγώνισμα; Δεν θα ήταν άλλωστε καμιά φοβερή καινοτομία. Ίσχυε στη δεκαετία του ‘80, επί ΠΑΣΟΚ, μέχρι που τα πράγματα άλλαξαν επί Β. Κοντογιαννόπουλου της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι προς τι η διάκριση μεταξύ των τεσσάρων και των υπολοίπων μαθημάτων.

Ως προς αυτό είναι εύγλωττη η εμπειρία της Κύπρου, όπου η διάκριση εφαρμόζεται ήδη, και όπως βεβαιώνουν πολλοί, το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο. Τα παιδιά εστιάζουν στα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα, και όλα τα άλλα έχουν καταντήσει η «χαρά του παιδιού». Οι περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις δεν πείθουν κανέναν.

Άλλωστε, το ότι ο χωρισμός των μαθημάτων σε δύο ομάδες έχει σαφέστατα αξιολογικό χαρακτήρα, προκύπτει και από ένα άλλο μέτρο, στο οποίο δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις προαγωγής των μαθητών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη νέα ρύθμιση οι μαθητές θα προάγονται είτε αν έχουν από 10 και πάνω σε όλα τα μαθήματα, είτε -προσέξτε τώρα- αν μεν έχουν κάτω από τη βάση σε κάποια από τα μη εξεταζόμενα μαθήματα, τότε αρκεί να βγάζουν γενικό μέσο όρο σε όλα τα μαθήματα πάνω από 10· αν όμως έχουν κάτω από τη βάση σε κάποια από τα τέσσερα γραπτώς εξεταζόμενα, τότε για να προαχθούν θα πρέπει ο μέσος όρος των τεσσάρων αυτών μαθημάτων να είναι πάνω από 13 (δηλαδή τουλάχιστον 12,5).

Δεν ξέρω αν γίνεται σαφές με τη μία, αλλά ελπίζω να καταλαβαίνει κανείς ότι στη διαδικασία της προαγωγής οι δύο ομάδες μαθημάτων δεν μετρούν το ίδιο.

Ο σκοπός της αξιολόγησης

Εισάγεται λοιπόν με τα νέα μέτρα ένα σύστημα βαθμολόγησης -και επομένως επιλογής- που βασίζεται σε τέσσερα μόνο από το σύνολο των διδασκομένων μαθημάτων. Τι σημαίνει αυτό; Ότι χωρίς τα αντιλαϊκιστικά νταϊλίκια της Διαμαντοπούλου, ο Φίλης χτίζει ένα σύστημα αξιολόγησης που, όπως και αυτό της προκατόχου του, δεν ενδιαφέρεται να αξιολογήσει αναλυτικά τη γνώση του κάθε μαθητή σε όλα τα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα (για να του υποδείξει δήθεν σε τι πρέπει να γίνει καλύτερος και άλλες τέτοιες παιδαγωγικές αφέλειες). Το ζητούμενο είναι να κρίνει ποιοι μπορούν να περάσουν στην επόμενη βαθμίδα και ποιοι όχι. Είναι τόσο απλό!

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να εξεταστούν όλοι σε όλα. Οι ικανοί μπορούν να ξεχωρίσουν από τους μη ικανούς και με τα τέσσερα ενδεικτικά μαθήματα. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη άποψη αυτό είναι το έργο του εκπαιδευτικού συστήματος. Το αν κάποιος θα μάθει ή όχι είναι δικό του θέμα. Έτσι κι αλλιώς αυτοί που χρειάζεται το σύστημα είναι πολύ λιγότεροι απ’ όσους παράγει τώρα το σχολείο.

Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία

Του Λαέρτη Τανακίδη*

Α. Η γνωση του αρχαιου ελληνικου κοσμου ειναι χρησιμη για τον νεοελληνα. Αλλα αυτο δε σημαινει ΟΥΤΕ οτι πρεπει να εξιδανικευεται και να απολυτοποιειται η αξια του ΟΥΤΕ οτι η επαφη με αυτον πρεπει να γινεται απο το πρωτοτυπο των αρχαιων κειμενων. Οι μαθητες που διδαχτηκαν τα αρχαια ελληνικα απο μεταφραση γνωριζουν συνηθως για αυτους πολυ περισσοτερα απο οσα οι παλιοτεροι που τους διδασκονταν απο το πρωτοτυπο επι 8 ωρες την εβδομαδα για εξι χρονια. Αυτο που εμενε στο τελος ηταν μερικα ρητα και σπαραγματα απο καποια κειμενα και οχι η γνωση του πως σκεφτονταν οι αρχαιοι, πως αξιολογουσαν τα πραγματα και πως οργανωναν τη ζωη τους,

Β.Η αρχαια ελληνικη γλωσσα ειναι σπουδαια. Ακουγονται ομως διαφορες υπερβολες : Οτι

Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.

ειναι γλωσσα-προτυπο, οτι οι αρχαιοι ανεπτυξαν τον πολιτισμο τους…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.091 επιπλέον λέξεις

Η πρόταση των 132 πανεπιστημιακών για την κατάργηση των Αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο με ταυτόχρονη ενίσχυση της νεοελληνικής γλώσσας έχει ανοίξει έναν έντονο διάλογο ανάμεσα σε άτομα και φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Η αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους θεματοφύλακες της αρχαιομάθειας και τους υποστηρικτές των Αρχαίων από μετάφραση επαναφέρει τη γνωστή διαμάχη του ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ, με τα γνωστά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Κατάλοιπό της εξάλλου ήταν και η μέχρι τώρα 3ωρη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και η 2ωρη της Νεοελληνικής Γλώσσας.

Διαβάζοντας προσεκτικά τις ανακοινώσεις και τα ψηφίσματα, ο καλόπιστος αναγνώστης παρατηρεί ότι κανείς από τους ανήκοντες στις αντιπαρατιθέμενες ομάδες –ούτε και η γράφουσα– δεν αμφισβήτησε την αξία και τη διαχρονικότητα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, τη διεθνή επίδρασή του και την αναγκαιότητα να γίνουν οι μαθητές κοινωνοί του ανθρωπιστικού πνεύματος και των αξιών του.

Κανείς δεν προτείνει επίσης τη συνολική κατάργηση της διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο (διδάσκονται 2 ώρες από μετάφραση σε όλες τις τάξεις) ή την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Λύκειο.

Το επίμαχο ερώτημα είναι αν στο Γυμνάσιο τα αρχαία κείμενα θα διδάσκονται με όργανο την αρχαία γλώσσα ή τη νεοελληνική.

Αυτό το ερώτημα, όμως, εντέχνως το αποσιωπούν οι υποστηρικτές της μιας πλευράς.

Επιμένουν σε γενικεύσεις για τη σημασία των αρχαίων κειμένων (που ουδείς αμφισβητεί) και σε ιδεοληψίες που συχνά αγγίζουν τα όρια του εθνικισμού, αναπαράγοντας λογικές που οι φιλόλογοι περιγράφουν ως «προγονοπληξία» όταν εξηγούν στους μαθητές και στις μαθήτριές τους την έννοια της Παράδοσης και την άγονη προσκόλληση σε αυτήν.

Με αυτόν τον τρόπο συσκοτίζεται η πραγματικότητα και δημιουργείται η ψευδής εντύπωση ότι «διώκονται τα Αρχαία Ελληνικά στο Γυμνάσιο».

Στα δεκάδες άρθρα και τα ψηφίσματα δεν υπάρχουν αναφορές σε επιστημονικές έρευνες και αξιόπιστα τεκμήρια, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει επίσης –εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων– η διάθεση για έναν προβληματισμό που να αφορά τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες των σημερινών μαθητών/τριών και την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης.

Και ποιότητα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ουσιαστική κατάκτηση της μητρικής γλώσσας, όπως έχει αποδειχτεί από πλήθος επιστημονικές έρευνες.

Το ουσιαστικό ζητούμενο επομένως είναι: Με ποιον τρόπο οι αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά και τα ευρύτερα πολιτιστικά αγαθά θα κατανοηθούν και θα γίνουν κτήμα των νεότερων, βελτιώνοντας παράλληλα το γλωσσικό επίπεδο της μητρικής τους γλώσσας, δηλαδή της νεοελληνικής;

Τα συμπεράσματα μιας σημαντικής συγκριτικής μελέτης (1971-1987) του Χ. Φράγκου και του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης (δείγμα 885 μαθητές που διδάχτηκαν 8ωρες εβδομαδιαία τα Αρχαία από το πρωτότυπο μέχρι το 1971 στις 3 πρώτες τάξεις του τότε Γυμνασίου και 500 μαθητές που το 1987 είχαν ήδη διδαχτεί τα Αρχαία μόνο από μετάφραση στις ίδιες τάξεις και στην ίδια γεωγραφική περιοχή) έδειξαν ότι η διδασκαλία από μετάφραση βελτιώνει τον γλωσσικό κώδικα και λειτουργεί ενισχυτικά στην καλύτερη κατάκτηση της μητρικής γλώσσας και τεκμηρίωσαν την άποψη ότι δεν θα έπρεπε για κανένα λόγο να επανέλθουν τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο. Στην ίδια έρευνα καταρρίφθηκε επίσης ο μύθος της γνωστής «λεξιπενίας», όπως και αρκετά στερεότυπα για τη «μαγική» επενέργεια της αρχαίας γλώσσας στο γλωσσικό επίπεδο των μαθητών/τριών.

Οταν το 1993 η τότε κυβέρνηση, με κριτήριο αυθαίρετες ιδεολογικές παραδοχές, θέλησε να επαναφέρει τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο, σύσσωμη σχεδόν η εκπαιδευτική και η πανεπιστημιακή κοινότητα κατήγγειλε αυτή την ενέργεια (από την πλούσια αρθρογραφία στις εφημερίδες της εποχής, ενδεικτικά αναφέρονται: Χ. Φράγκος, Φ.Ι. Κακριδής, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Ε. Κριαράς, Φ.Κ. Βώρος, Α. Φραγκουδάκη).

Η επαναφορά των Αρχαίων καταγγέλθηκε επίσης από το 6ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της ΟΛΜΕ (1993) με βασικό επιχείρημα την έλλειψη επιστημονικής και παιδαγωγικής τεκμηρίωσης.

Πράγματι, τα Αρχαία από το πρωτότυπο διδάχτηκαν πειραματικά για έναν χρόνο στην Α΄ Γυμνασίου (1992-93) και το προαποφασισμένο αποτέλεσμα κρίθηκε «επιτυχές» (υπ. Παιδείας Σουφλιάς, πρ. Π.Ι. Μπαμπινιώτης), πριν ακόμη ολοκληρωθούν η σχολική χρονιά και η «έρευνα» του Π.Ι. (ερωτηματολόγιο με ερωτήματα όπως: «Σου άρεσαν τα Αρχαία που διδάχτηκες;»).

Με αυτή την αντιεπιστημονική μεθόδευση, τα Αρχαία από πρωτότυπο επεκτάθηκαν ώς το 1995 σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου.

Στα 23 χρόνια που ακολούθησαν, τα γνωστικά ή γλωσσικά αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος στους μαθητές/τριες από ποιον πανεπιστημιακό ή άλλο φορέα αξιολογήθηκαν, με ποια ορθολογικά επιστημονικά εργαλεία και πότε;

Υπάρχει μία έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (2007), αλλά αφορά 350 φιλολόγους (δείγμα ελεγχόμενο για την τυχαιότητά του), με ερωτήματα στοχευμένα (π.χ. «Θα θεωρούσατε έλλειμμα παιδείας αν οι μαθητές τελείωναν το Γυμνάσιο χωρίς να έρθουν καθόλου σε επαφή με την αρχαία ελληνική γλώσσα;»), με προφανείς απαντήσεις (το 96% των φιλολόγων απάντησε «αρκετά έως πολύ» σε αυτή την ερώτηση) και αντίστοιχα μεροληπτικά συμπεράσματα, που αναφέρονταν και στους μαθητές/τριες, που δεν αποτελούσαν όμως δείγμα της έρευνας.

Το 2009 μάλιστα, το Π.Ι. δεν έδωσε άδεια σε μεταπτυχιακούς φοιτητές/τριες (ΑΠΘ Μ. Κελπανίδης) για έρευνα σε μαθητές/τριες, φοβούμενο ίσως ότι τα δεδομένα της θα είναι απορριπτικά για το αρχαιοκεντρικό δόγμα («οι μαθητές δεν έχουν την ωριμότητα και δεν είναι σε θέση να απαντήσουν» ήταν το πρόσχημα).

Ο Μ. Κελπανίδης πραγματοποίησε τελικά έρευνα σε τυχαίο δείγμα 424 φιλολόγων.

Στα συμπεράσματα αναφέρεται ότι: το 67% δεν ήταν ικανοποιημένοι/ες από τον τρόπο διεξαγωγής του μαθήματος των Αρχαίων και για το 82,3% «η βελτίωση της ικανότητας να χειρίζονται οι μαθητές τους τη Νέα Ελληνική απαιτεί περισσότερες ώρες Νέων Ελληνικών και όχι Αρχαίων» (αύξηση ωρών Αρχαίων πρότεινε το 17% του δείγματος).

Η αποτυχία του αρχαιοκεντρικού προγράμματος και η δυσφορία μαθητών και εκπ/κών αποτυπώθηκαν έκτοτε ερευνητικά (π.χ. Μ. Κοξαράκη), πράγμα για το οποίο προφανώς δεν ευθύνεται η αρχαία γλώσσα (ενδεικτικές αιτίες: αποσπασματικά κείμενα, ακατάλληλα βιβλία-αναλυτικά, μηχανιστική απομνημόνευση γραμματικών και συντακτικών κανόνων κ.ά.).

Στο συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν τα παραπάνω δεδομένα, ότι δηλαδή στο Γυμνάσιο η διδασκαλία των Αρχαίων χρειάζεται να γίνεται από μετάφραση, πρέπει να επισημανθεί η αναγκαιότητα της αλλαγής αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων, με επιλογές συγγραφέων και κειμένων που θα λειτουργούν ως γέφυρες για την κριτική προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Για να έρθουν οι μαθητές/τριες σε επαφή και με την αρχαία ελληνική γλώσσα, θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται μικρά επιλεγμένα κείμενα από το πρωτότυπο, δίπλα στο μεταφρασμένο κείμενο και σε περιοδικά διαστήματα.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ενίσχυση της διδασκαλίας της Νεοελληνικής Γλώσσας.

Είναι κοινή η διαπίστωση των μάχιμων φιλολόγων ότι οι μαθητές/τριες αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ιδιαίτερα στον γραπτό λόγο, ότι τα βιβλία της Γλώσσας στο Γυμνάσιο είναι ανεπαρκή, τα αναλυτικά προγράμματα ελλιπέστατα, η παραγωγή γραπτού λόγου και η έκθεση στην ουσία δεν διδάσκονται, ενώ εξετάζονται μέχρι και στις πανελλήνιες εξετάσεις.

Επομένως, είναι αναγκαίο να αυξηθούν οι ώρες της Νεοελληνικής Γλώσσας στην κατεύθυνση της καλλιέργειας γλωσσικής εκφραστικής ικανότητας, με διδασκαλία δημιουργικής γραφής, ανάπτυξη λεξιλογίου κ.λπ.

Απαραίτητο κρίνεται επίσης να ενισχυθεί και να αναδιαρθρωθεί το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, συνδεόμενο με δημιουργική ανάγνωση, φιλαναγνωσία και κριτική κειμένων.

Οι σχολικές βιβλιοθήκες –που πρέπει επιτέλους να λειτουργήσουν– μπορούν να παίξουν σε αυτό καθοριστικό ρόλο.

Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Παιδείας να μειώσει κατά μία ώρα τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο είναι ένα ημίμετρο με αρνητικό εκπαιδευτικό πρόσημο, εφόσον αυτές οι ώρες δεν αποδίδονται στη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας στη Β΄ και την Γ΄ τάξη.

Φαίνεται ότι το υπουργείο, ενώ δείχνει ευαισθησία και υποχωρητικότητα σε πολιτικές και ιδεολογικές πιέσεις, δεν δείχνει την ίδια ευαισθησία για την αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, που δεν μπορεί να υπακούει σε λογιστικές πρακτικές εξοικονόμησης προσωπικού.

Σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο μεγάλων προκλήσεων (παγκοσμιοποίηση, πολυπολιτισμικότητα, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τεχνολογία), είναι προφανές ότι τα παιδιά μας θα πρέπει να κατακτήσουν πρωτίστως τη μητρική τους γλώσσα και μέσω αυτής να γνωρίσουν και να χαρούν όχι μόνο τον αρχαίο αλλά και τον νεότερο πνευματικό πολιτισμό.

Περιμένουμε επομένως όλοι όσοι υπεραμύνονται της διατήρησης των Αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο και ιδιαίτερα οι πανεπιστημιακοί να δείξουν την ανάλογη μαχητικότητα και το ενδιαφέρον τους για την ενίσχυση της νεοελληνικής γλώσσας.

Εκτός, βέβαια, αν θεωρούν ότι το μόνο καλό που διαθέτουμε ως νεοέλληνες είναι οι πρόγονοί μας.

*φιλόλογος, μέλος Δ.Σ. ΚΕΜΕΤΕ και Δ.Σ. Γ΄ ΕΛΜΕ Αθήνας

του Τριαντάφυλλου Τρανού

[…..] η ζωή είναι μια προσπάθεια που της αξίζει ένας καλύτερος σκοπός.
Καρλ Κράους (1874-1936), Αυστριακός συγγραφέας

Τέσσερα χρόνια μετά την έλευση της τρόικας η χώρα υφίσταται μια απερίγραπτη κοινωνική καταστροφή, έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε!
Η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός, τα βασικά αγαθά όπως είναι το ρεύμα και το νερό, είτε θεωρούνται άχρηστες δαπάνες, είτε μεταβάλλονται βίαια σε πεδία κερδοφορίας για το κεφάλαιο, ενώ ταυτόχρονα τα άθλια καθεστωτικά ΜΜΕ, στα οποία έχουμε αγκιστρωθεί άπαντες σαν υπνωτισμένα χρυσόψαρα, σβήνουν από τη συνείδησή μας τις εμπειρίες της μνημονιακής φρίκης και κάνουν τις αυτοκτονίες από την απελπισία και τους θανάτους από την πείνα και τα μαγκάλια, ακόμη και μαθητών μας, να φαίνονται σχεδόν φυσιολογικοί.
Στη Θεσσαλονίκη, και όχι μόνο εδώ, η ανεργία ξεπερνά πλέον το 30%, η εγκατάλειψη του σχολείου έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ πολλοί μαθητές και οι οικογένειές τους αντιμετωπίζουν άμεσα και οδυνηρά τις συνέπειες της ανθρωπιστικής πλέον κρίσης χωρίς να σκοτίζεται κανείς να τους συμπαρασταθεί, ούτε καν να τους εγγράψει στους «δείκτες» και στις «ρούμπρικες» που εσχάτως αποτελούν την κύρια προτεραιότητα του σχολείου και των συναδέλφων μας.
Ταυτόχρονα το ακροδεξιό, πολιτικό θέατρο σκιών της συγκυβέρνησης που ενισχύεται από το Υπουργείο Παιδείας, την Διοίκηση της Εκπαίδευσης και τους τοπικούς παρασιτικούς μηχανισμούς που έχουν απλώσει παντού τα νημάτιά τους -και μέσα στο συνδικάτο ακόμη-, συνεχίζει να παίζει το απεχθές έργο του πάνω στην καμπούρα της κοινωνίας και θα συνεχίζει όσο ο κοινωνικός και εργασιακός Αρμαγεδδώνας που εξαπέλυσε δεν συναντά τις οφειλόμενες σθεναρές αντιδράσεις.
Στο περιθώριο αυτής της καταστροφής του ιδανικού για την καθολική μόρφωση, που γνώρισε καλύτερες μέρες κάποτε, αλλά και της κοινωνικής του βάσης εμείς οι εκπαιδευτικοί ιδιωτεύουμε, κατασωτεύοντας το κοινωνικό κεφάλαιο που μας άφησαν οι σκληροί αγώνες του συνδικάτου της προηγούμενης γενιάς, οι οποίοι μας εξασφάλισαν τα πιο σημαντικά μας δικαιώματα: τη μονιμότητα, το αμετάθετο, το ανθρώπινο ωράριο, τον αξιοπρεπή μισθό, τις εκπαιδευτικές άδειες, τα ασφαλιστικά δικαιώματα και την επαρκή υγειονομική περίθαλψη. Όλα όσα θεωρούσαμε αυτονόητα και δεδομένα πριν τα σαρώσουν τα διαδοχικά Μνημόνια, όσο εμείς λαγοκοιμόμασταν στον καναπέ μας, μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση.
Συνεχίζουμε ωστόσο να απαιτούμε αλλαγές για την ζωή μας. Προσδοκούμε περισσότερα από όσα δικαιούμαστε από την έκβαση των πραγματικών πολιτικών αναμετρήσεων, στις οποίες δε συμμετέχουμε, ενώ έχουμε μεταφέρει την μικροπρεπή και ατελέσφορη λογική της ανάθεσης των ευθυνών για τη ζωή μας και τη δουλειά μας όχι μόνο στην ενδεχόμενη πολιτική λύση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές αλλά και στο συνδικάτο στη ζωή του οποίου δεν συμμετέχουμε , στο συνδικάτο που κανονικά μέσα στην κρίση έπρεπε να είναι το καταφύγιό μας και το συλλογικό μας αποκούμπι μας αλλά δυστυχώς δεν είναι!
Έτσι, το δεξιό πολιτικό προσωπικό της εκπαίδευσης που σε αυτό περιλαμβάνεται πλέον αντικειμενικά και η πλειοψηφία των διευθυντών και των σχολικών συμβούλων, για να μη μιλήσουμε για τα στελέχη της διοίκησης, μπόρεσε τελικά να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την αναιμική ατομική και συλλογική συνείδηση των εκπαιδευτικών.
Για να εδραιώσει την νέα τάξη πραγμάτων αυτό το άθλιο συνάφι αποθεώνει το προληπτικό καψόνι, τη λογοκλοπή, το copy paste και τις λαθροχειρίες, δυσφημεί την ιδέα της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης αλλά και τους αγώνες που τη στερεώνουν στη συνείδηση των ανθρώπων. Παραπλανεί με άθλια και ανυπόστατα ψεύδη τους συναδέλφους, οι οποίοι με τη σειρά τους αφήνονται παθητικά να τρομοκρατηθούν και να διαφθαρούν από τους «δείκτες» και τις «ρούμπρικες» ώστε να εγκαταλειφθούν, μερικοί με αηδιαστική απόλαυση κιόλας, σε ένα αναξιοπρεπή κανιβαλικό πόλεμο «όλων εναντίον όλων».
Μέσα στα σχολεία οι αντοχές και η αξιοπρέπεια των λίγων που αντιστέκονται ακόμη σε αυτήν την κατάσταση πραγμάτων τραυματίζονται καθημερινά, βοά υπόκωφα μέσα στους συλλόγους διδασκόντων η φαγωμάρα και ο φασισμός «χαμηλής έντασης». Μπορεί με γυμνό μάτι πλέον να διακρίνει κανείς τα ανησυχητικά συμπτώματα αποδοχής του success story, δηλαδή την κυριαρχία της καθολικής ακροδεξιάς βαρβαρότητας που μας κουβάλησαν ο Σαμαράς ο Βενιζέλος και οι κλίκες τους.
Ολοένα λιγότεροι, δίνουμε εδώ και τέσσερα χρόνια δύσκολες μάχες εναντίον ενός ασφυκτικού, γραφειοκρατικού και παράλογου περιβάλλοντος προνομιούχων και λακέδων που αποφάσισαν την καταστροφή του κλάδου και της εκπαίδευσης, ενώ η πλειοψηφία των συναδέλφων επέλεξε τη λούφα, τη συναίνεση και τη γραμμή της ελάχιστης αντίστασης αντί να αγωνιστεί εναντίον όσων με την αγωνία και το φόβο ως μοναδικά τους «επιχειρήματα» παραλύουν τον εκπαιδευτικό κόσμο και τον μετατρέπουν σε «αποικία τιμωρημένων».
Όμως η κακοποίηση της εκπαίδευσης από τη μεριά των κυβερνώντων, ο σκόπιμος, συνεχής διασυρμός των εκπαιδευτικών από τα ΜΜΕ δεν βρίσκουν πια καμία σχεδόν αντίσταση από όσους εξευτελίζουν και αυτό το αναντίρρητο γεγονός δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό. Το καλοκαίρι είναι ξανά κοντά αλλά όχι μόνο για τις ανέμελες διακοπές που ονειρεύονται οι αφελείς. Η απειλή της πειθαρχικής και οικονομικής εξόντωσης των λιγοστών μάχιμων εκπαιδευτικών που λειτουργούν ακόμη ως δημόσιοι διανοούμενοι, όπως μας θέλουν όλους οι αγωνιστικές παραδόσεις του κλάδου, μεγαλώνει. Μαζί μεγαλώνει και η απειλή της διοικητικής εξόντωσης αρκετών από τους εφησυχασμένους.
Αντί όμως να συνέλθουμε, απογειώνεται ο παράλογος εφησυχασμός και η ιδιώτευση, θριαμβεύει η καταστροφική λογική του επιθετικού ατομικισμού, ενώ η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών στρουθοκαμηλίζει αδιαφορώντας πλήρως για τη ραγδαία εγκατάλειψη του σχολείου από την πλευρά των πιο φτωχών μαθητών και την εξαφάνιση της μορφωτικής τους προοπτικής. Ταυτόχρονα, εγκαινιάζεται μεγαλοπρεπώς με τις άγαρμπες «εξετάσεις» της Α΄ Λυκείου και την «τράπεζα θεμάτων» το μεθοδικό ρήμαγμα των υπολειμμάτων του δημόσιου σχολείου με τη σίγουρη έξωση από το Γενικό και Τεχνικό Λύκειο δεκάδων χιλιάδων μαθητών τα επόμενα χρόνια. Τη στιγμή που η κοινωνία διαλύεται, η εκπαιδευτική καθημερινότητα μετατρέπεται-και με δική μας ευθύνη -σε αφόρητη πίεση που ασκείται αδιακρίτως σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές για επιδόσεις και βαθμούς χωρίς κανένα μορφωτικό ή κοινωνικό αντίκρισμα. Ξανά, όπως συνέβαινε στην δεκαετία του 60 τότε που στις διαδηλώσεις τα πανό των διαδηλωτών έγραφαν «Να σπουδάζουν κι οι Φτωχοί!» αλλά και στον καιρό της χούντας λίγο αργότερα, απαιτείται από τα θύματα ετερονομία, πολιτική πειθαρχία και τάξη, αντίθετη με τα πραγματικά συμφέροντά τους.
Δυστυχώς η τιτάνια προσπάθεια που απαιτείται για την ανάσχεση της προιούσας βαρβαρότητας στο χώρο της εκπαίδευσης έχει φορτωθεί με την περίφημη «ανάθεση» στις πλάτες ελάχιστων «αντιπαθητικών, φωνακλάδων αριστερών» που κανείς δεν τους παίρνει πια στα σοβαρά.
Οι υπόλοιποι, προτιμούν να ζουν χωρίς ευθύνη, χωρίς πρόσωπο, χωρίς εαυτό, γκρινιάζοντας για τις υπαρκτές ανεπάρκειες, τις αδυναμίες και τις αστοχίες των «συνδικαλιστών», όπως αποκαλούν υποτιμητικά αυτούς στους οποίους ανέθεσαν την εκπροσώπησή τους!
Να μη γελιόμαστε! Ο απελπισμένος αγώνας των τελευταίων αλλόκοτων «Απάτσι» ενός κλάδου δεν αρκεί για να αντιμετωπίσουμε την κρίση που σοβεί μέσα μας και γύρω μας.
Κι όμως, η ελπίδα, όπως έλεγε ο Χέγκελ, βρίσκεται σε αυτούς που δεν ελπίζουν! Βρίσκεται στη δράση που στεγνώνει τα δάκρυα, στη δράση που γκρεμίζει τα τείχη του κοινωνικού αποκλεισμού, που σηκώνει τη σημαία της κοινωνικής αλληλεγγύης, που λειτουργεί ως πόλος συσπείρωσης-σύνθεσης των αποσπασματικών, διάσπαρτων κοινωνικών αντιστάσεων και προβάλλει το αντίπαλο δέος στον άγριο καπιταλισμό.
Στην καρδιά των αιτημάτων αυτού του αγώνα που αλλάζει διαρκώς μορφή, πρέπει να βρεθούν ξανά οι διεκδικήσεις για την ουσιαστική μόρφωση όλων των παιδιών, και όχι μόνο των «δικών» μας κανακάρηδων, ο αγώνας για τη διασφάλιση για όλους των βασικών κοινωνικών αγαθών (παιδεία, υγεία, ασφάλιση, ρεύμα, νερό), η απαίτηση για μόνιμη, σταθερή και αξιοπρεπή εργασία για όλους, η υπεράσπιση της ελευθερίας και του δικαιώματος του λαού να αποφασίζει αυτός για τις τύχες του. Να αποφασίζει ενάντια στα ενδημικά χουντικά ανακοινωθέντα του τύπου «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» και την αυταρχική τακτική των «εντέλλεσθαι» αλλά και της προοπτικής της πλήρους απαγόρευσης της συνδικαλιστικής δράσης μέσω των επιστρατεύσεων από την κυβέρνηση των «ξαφνικών θανάτων» των εργαζομένων και της Δημοκρατίας της ίδιας.
Κάθε δράση για την εκπαίδευση είναι όμως σήμερα αναγκαίο να εμπνέεται από ένα μανιφέστο εκπαιδευτικού διαφωτισμού.
Εκεί δεν πρέπει να ζητάμε από κανέναν να αναλάβει απλώς τυφλή δράση, δηλαδή να φορτωθεί την ευθύνη των άλλων χωρίς την άδειά τους και την επιθυμία τους !

Η πράξη πρέπει να είναι μια δραστηριότητα που καθοδηγείται τελικά από τη λογική και όχι από το φόβο ούτε από την ενοχή. Πρέπει ξανά να θέσουμε μέσα στις εκπαιδευτικές διαδικασίες και στους τόπους της μόρφωσης τα φλέγοντα ζητήματα, να αρθρώσουμε προτάσεις για όλα τα κρίσιμα ζητήματα για τα οποία παραμένουμε καταστροφικά σιωπηλοί.
Σήμερα τρέχουν παράλληλα δύο ρεύματα: ένα ψυχρό και ένα θερμό. Μαζί με την καταστροφή βιώνουμε μία από αυτές τις σπάνιες συναστρίες όπου τα πάντα μπορούν και πάλι να ανατραπούν. Στον τόπο μας εμφανίζεται δειλά η δυνατότητα μιας πραγματικής ρήξης. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορούμε να κάνουμε. Αυτή την πεποίθηση όμως δεν πρέπει να τη μετατρέψουμε σε ιδεολόγημα, σε κενή θεωρία, αλλά πρέπει να αποφασίσουμε ότι μόνο με την κοινή δράση, τη συλλογική μας ευφυία και τη δέσμευση μπορούμε να εισάγουμε τα κρίσιμα ένζυμα στον αγώνα μας ώστε να επιφέρουμε την αλλαγή.
Δεν πρέπει όμως να φερόμαστε με κανένα τρόπο σαν αυτό να μπορεί πλέον να συμβεί αυτόματα. Τα περιθώρια πραγματικά στενεύουν. Η συνείδηση πως όντως, σήμερα «κάτι λείπει!» πρέπει να γίνει το κινούν αίτιο της δράσης μας
Η συλλογική μας λειτουργία δεν είναι πλέον με κανένα τρόπο αντίστοιχη με τις ανάγκες του σημερινού βωβού προλεταριάτου. Όμως η φωνή μας πρέπει, πριν από όλα, να γίνει ξανά η έκφραση, η φωνή των αποκλεισμένων και των απελπισμένων.
Πρέπει να αντισταθούμε σε όσους σήμερα ασκούν εξουσία στην εκπαίδευση υπακούοντας άβουλοι στην αντιδημοκρατική «υπερπαιδαγωγική» των Μνημονίων και των αγορών, διαμορφώνουν «κατ΄εικόνα» τους την εκπαιδευτική πολιτική στον τόπο μας, ενώ επιχειρούν ταυτόχρονα με πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά χρονικά τρόπο να καταστείλουν και τη διαμόρφωση της δημοκρατικής συνείδησης των νέων.
Πρέπει να πολεμήσουμε με όλα τα διαθέσιμα μέσα, δημόσια, αυτούς που επιδίδονται με αρρωστημένο πάθος στη συστηματική συκοφαντία όλων όσων αντιπροσωπεύουν κάτι περισσότερο από την ιδεολογία του επιθετικού ατομικισμού που επέβαλαν ως κοινωνικό μονόδρομο οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ, και μάλιστα τη στιγμή που αυτή η ιδεολογία αποσυντίθεται σε φασιστική ιδεοληψία.
Πρέπει να τους πολεμήσουμε επειδή αυτοί που φοβούνται τη συνάντηση της νεολαίας με τη δημοκρατία, επενδύουν κρυφά ή φανερά στους νεοναζί, οι οποίοι στρατολογούν ανοιχτά πλέον νέους και μαθητές στις μαφιόζικες συμμορίες τους, τους χειραγωγούν και τους εκβιάζουν.
Απέναντι στην «αισθητικοποίηση του φασισμού» που επιχειρούν αυτοί που ελέγχουν την δημόσια σφαίρα σήμερα, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να βοηθήσουν να αναπτυχθεί μια νέα δημόσια παιδαγωγική γλώσσα που θα αποτελέσει τη βάση για μια ευρύτερη θεωρία που θα αντιπαλέψει το νεοφιλελευθερισμό και το νεοφασισμό.
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αναλάβουν, άμεσα, έλλογη δράση μέσα στην ίδια την κοινωνία. Δεν πρέπει να περιοριζόμαστε μόνο στο σχολείο, στο συνδικάτο, στον πολιτικό μας φορέα όπου αναμασάμε, συχνά ιδιοτελώς, τα ίδια και τα ίδια.
Οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι τρομοκρατημένοι και παραλυμένοι σήμερα μαθητές που αποτελούν τα προοπτικά θύματα της κοινωνικής σφαγής, μπορούν αν ενεργοποιηθούν να αποτελέσουν τα κρίσιμα ένζυμα μετασχηματισμού της ύπνωσης, της ενσωμάτωσης και της συναίνεσης που επιχειρεί η συμμαχία ΜΜΕ και κυβέρνησης, σε ελπιδοφόρο κίνημα κοινωνικής αντίστασης και ανυπακοής. Σε όλη την Ευρώπη το ποτάμι της οργής, που έχουν υποτιμήσει οι ελίτ της θεσμοθετημένης πολιτικής, αποτελεί τη μόνη ελπίδα για την απόκρουση της στρατηγικής του κεφαλαίου να «ιδιωτικοποιεί τα κέρδη και να κοινωνικοποιεί τις ζημίες», στρατηγικής που προκαλεί καταστροφή στη ζωή των ανθρώπων.
Σήμερα, που οι σπινθήρες της αντίστασης των ενεργών κοινοτήτων των πολιτών αναδεικνύουν σε πεδίο πολιτικών διεργασιών και κοινωνικών διαμαρτυριών τις μεγάλες πόλεις, τα κατεξοχήν πεδία αντιθέσεων, αντιφάσεων και ανισοτήτων που παράγονται από τη ραγδαία αστικοποίηση, την καπιταλιστική υπερσυσσώρευση και την ταξική εκμετάλλευση, θέτοντάς τις ξανά στο προσκήνιο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων είναι απαραίτητο σε κάτι τουλάχιστον να αλλάξει και ο καθένας από μας ως πολίτης!
Μένοντας πολιτικά αδρανείς, κινδυνεύουμε να βυθιστούμε αύτανδροι στα 10.000 μέτρα στην « τάφρο των Μαριάνων νήσων » ούτως ειπείν, να παγιδευτούμε οριστικά σε ένα σύμπαν θολωμένο από το βούρκο, σε μια «δημοκρατία, χωρίς Δήμο», ή σε μια «κοινωνία, χωρίς ανθρώπους η οποία κινδυνεύει να απεμπολήσει -κάτω από το καθεστώς μιας ασφυκτικής πιέσεως- τον ίδιο τον εαυτό της! »
Τέλος, πρέπει να θυμόμαστε πάντα πως αυτό που ζούμε σήμερα μέσα στα σχολεία δεν είναι απλώς «εκπαιδευτικό πρόβλημα» και πως ακόμα η στιγμή κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί είναι λιγότερο ικανοί να κάνουν το σωστό είναι επίσης η στιγμή κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν πλέον καμία σημασία για την κοινωνία. Η οργή δεν πρέπει να μας παραλύει, πρέπει να γίνει «ορμή για νέους κοινωνικούς αγώνες».

flayer_final