Archive for the ‘αναδημοσιεύσεις’ Category

Κρίσεις διευθυντών 2017

Posted: Ιουνίου 20, 2017 by Γεωργία Βαλωμένου in αναδημοσιεύσεις
Ετικέτες: , ,

της Βάντας Τσέλιου

isaac_cordal

Έχω περάσει από (διαφορετικού τύπου) κρίσεις για διευθύντρια σχολείου το 2001, 2002, 2007, 2011, 2013 και 2015. Μ’ άλλα λόγια αυτό το θέμα τυχαίνει να το γνωρίζω εκ πείρας αρκετά καλά, οπότε ας μου επιτραπεί να πω κι εγώ μερικά πράγματα που σκέφτομαι με αφορμή τις σημερινές διαδικασίες για την ανάδειξη διευθυντών/ντριών. Λοιπόν, από τις διαδικασίες κρίσεων που προανέφερα, αν εξαιρέσεις την πρώτη (που αφορούσε τη διεύθυνση Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας) και που ουσιαστικά ήταν μια ελεύθερη και διεξοδική συνέντευξη σε επιτροπή αποτελούμενη από μέλη των ομάδων επιστημονικής και διοικητικής υποστήριξης των σχολείων αυτών, οι άλλες ήταν διαδικασίες ελάχιστης αξιοπιστίας και προγνωστικής αξίας για τις δυνατότητες των υποψηφίων διευθυντών και διευθυντριών και, παρόλη τη θρυλούμενη αντικειμενικότητά τους, κατά κανόνα κατέληγαν να στελεχώνουν τα σχολεία σε συντριπτικό ποσοστό με αρεστούς και αρεστές στο κρατούν δικομματικό σύστημα. Οι εξαιρέσεις λειτουργούσαν μάλλον ως φερετζές. Η διαδικασία του 2015, αν και ως τελικό αποτέλεσμα δεν άλλαξε και θεαματικά το σκηνικό, για πρώτη φορά έδινε τη δυνατότητα (μικρής) αποφασιστικής συμμετοχής στους συλλόγους διδασκόντων των σχολείων, αλλά και -ίσως το πιο σημαντικό- ένα είδος βέτο για πρόσωπα εγνωσμένης ανικανότητας (έστω και υψηλών τυπικών προσόντων) ή και εντελώς ανισόρροπα, από τα οποία πολλά σχολεία είχαν ταλαιπωρηθεί για χρόνια. Σ’ αυτή τη διαδικασία του 2015 στο σχολείο μου είχα την χαρά να δω ένα σύλλογο διδασκόντων να αναλαμβάνει το ρόλο του με βαθύ αίσθημα ευθύνης, να αντιμετωπίζει τους υποψήφιους όχι ως άτομα συμπαθητικά ή λιγότερο συμπαθητικά, αλλά ως φορείς εκπαιδευτικής θεωρίας και να τους ερωτά με σοβαρότητα και παρρησία για να διαγνώσει τις ιδέες τους για το σχολείο και το αν είχαν σχέδιο για την εφαρμοστέα πολιτική. Μετά από αυτό ήξερα ότι κάθε ψήφος που μου δόθηκε ήταν μια συνειδητή επικύρωση συγκεκριμένων ιδεών και πρακτικών κι αυτό ήταν κάτι συγκινητικό και πρωτόγνωρο για μένα. Ξέρω ότι δεν έγινε σ’ όλα τα σχολεία έτσι. Σύλλογοι που δεν είχαν συνηθίσει να διαλέγονται ουσιαστικά, να προβληματίζονται για όλα τα θέματα του σχολείου και να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις επιλογές τους πιθανόν να μην μπόρεσαν να βάλουν τη σφραγίδα τους στη διαδικασία ανάδειξης διευθυντών. Εν πάση περιπτώσει, τότε πολλοί από εμάς σκεφτήκαμε ότι η επόμενη φορά θα ήταν καλύτερη και η συζήτηση της εποχής στο χώρο μας αφορούσε τη διεύρυνση της συμμετοχής (με ψήφο σε γονείς και μαθητές) την αύξηση της βαρύτητας της ψήφου κλπ.
Η αντιμεταρρύθμιση ήρθε με τη γνωστή απόφαση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας και ολοκληρώθηκε με τις κουτοπονηριές του υπουργείου, που θεώρησε ότι βρήκε τη χρυσή ευκαιρία έμμεσης εισαγωγής της μνημονιακής δέσμευσης για «αξιολόγηση». Λυπάμαι πολύ όχι μόνο για το βήμα προς ένα πιο δημοκρατικό σχολείο που ματαιώθηκε, αλλά επίσης και κυρίως για τη φθορά και το διασυρμό των εννοιών της δημοκρατίας, της αυτονομίας και της συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, που με άθλιο τρόπο επιχειρήθηκε. Λες και το να βαθμολογείς πρόσωπα με κριτήρια δοτά άνωθεν, σε κλειστά, ενιαίου τύπου ερωτηματολόγια μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ισοδύναμο ή περίπου ισοδύναμο με τη δημοκρατική εκλογή. Λυπάμαι επίσης που βρέθηκαν συνδικαλιστές οι οποίοι, προκειμένου να διεκπεραιώσουν κυβερνητικές επιταγές, δε δίστασαν να ξεφτιλίσουν ένα σχεδόν αιωνόβιο ιστορικό συνδικάτο όπως η ΟΛΜΕ.
Τέλος, αν κάποιος νομίζει ότι αυτό είναι ένα θέμα στενά συντεχνιακό, που αφορά μόνο τους μόνιμους εκπαιδευτικούς, σίγουρα δεν έχει καταλάβει καλά. Πρώτ’ απ’ όλα επειδή τα σχολεία υπάρχουν για την κοινωνία, κι ολόκληρη η κοινωνία θα έπρεπε να έχει λόγο στο πώς αυτά διοικούνται και πώς πολιτεύονται Έπειτα, δυστυχώς, εδώ έχουμε να κάνουμε με άλλη μια ανοιχτά επιθετική εκδήλωση του «μίσους για τη δημοκρατία» που κατακλύζει τη δημόσια σφαίρα. Και είναι απαραίτητο να πούμε ότι αν κάποια στιγμή δεν αποφασίσουμε και δεν τολμήσουμε να πατήσουμε το φρένο σ’ αυτό τον κατήφορο, δεν αργεί η ώρα, που κάποιος πεφωτισμένος θα βρεθεί να προτείνει να καταργηθεί πια κι αυτός ο αρχαϊσμός των γενικών εκλογών και να φτιαχτεί ένα ωραιότατο ΑΣΕΠ αξιολογικής πρόσληψης πολιτικού προσωπικού, που συμβουλευτικά μπορεί και να χρησιμοποιεί αξιολογικά ερωτηματολόγια με κουτάκια τα οποία θα καλούνται να συμπληρώσουν οι πολίτες.

καταγγελία της Γ’ ΕΛΜΕ Αθήνας

Posted: Δεκέμβριος 21, 2016 by Γεωργία Βαλωμένου in αναδημοσιεύσεις, Uncategorized
Ετικέτες: ,

Γ ΕΛΜΕ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΑΫΓΕΤΟΥ 60, ΠΑΤΗΣΙΑ, ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ – ΦΑΞ: 210 2012013
g.elme.athinas@gmail.com

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ Προκαλεί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το δημοκρατικό αίσθημα του κόσμου με τη στάση της απέναντι στη Χρυσή Αυγή: το ξέπλυμα που της έκανε όταν εμφανίστηκαν οι υπουργοί της παρέα με τους φασίστες βουλευτές στο Καστελόριζο, οι απαράδεκτες δηλώσεις του τέως υπουργού Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου ότι χρειάζεται «μια προσπάθεια ένταξης της Χρυσής Αυγής στο κλίμα της δημοκρατίας», η ακύρωση -με κεντρική εντολή της ΓΑΔΑ- της εκδήλωση της ΚΕΕΡΦΑ για την δίκη της Χρυσής Αυγής μαζί με το λοκ άουτ Τόσκα-κοσμητείας στη Νομική και η σκανδαλώδης προβολή ρατσιστικών φιεστών μίσους από την ΕΡΤ. Πού χωράνε στους θεσμούς της Δημοκρατίας εκείνοι που ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα; Εκείνοι που στην ίδια την δίκη, όχι μόνο δεν ζητάνε συγνώμη από τα θύματα αλλά αμετανόητοι εξακολουθούν να προκαλούν; Εκείνοι που οργανώνουν νέες επιθέσεις κατά προσφύγων στη Χίο και φορώντας την μάσκα του Έλληνα πατριώτη επιτίθενται με επικεφαλής βουλευτές, σε εκδήλωση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ για να επιβάλουν την φασιστική παρουσία τους στο χώρο των δημοσιογράφων; Που μετέτρεψαν την Βουλή σε ορμητήριο για φασιστικές εξορμήσεις αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο δεν εκδημοκρατίζονται αλλά όσο υποχωρεί η κυβέρνηση αυτοί θα αποθρασύνονται;
Η Γ΄ ΕΛΜΕ Αθήνας μαζί με τα υπόλοιπα εργατικά σωματεία, το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα θα συνεχίσει τη μάχη στα σχολεία και τις γειτονιές για να μην πατάνε το πόδι τους οι φασίστες και να είναι οι πρόσφυγες καλοδεχούμενοι! Δε θα επιτρέψουμε η εγκληματική ναζιστική οργάνωση με το μανδύα κόμματος και το προσωπείο του πατριώτη να σπέρνει το ρατσιστικό της δηλητήριο και να οργανώνει τάγματα εφόδου. Είναι οι απόγονοι των ταγματασφαλιτών, των δοσίλογων και των κουκουλοφόρων της κατοχής που έδειχναν με το δάχτυλο αντιστασιακούς για να τους εκτελέσουν οι ναζί στην Καισαριανή, το Δίστομο, τον Χορτιάτη, την Κάνδανο. Θα συνεχίσουμε να είμαστε στο πλευρό των θυμάτων της Χρυσής Αυγής, απαιτώντας την καταδίκη των ναζιστών δολοφόνων.
Η υποτίμηση της φασιστικής απειλής της Χρυσής Αυγής, πολύ περισσότερο η ανοχή της παρουσίας και η κάλυψη της από την Αστυνομία στρώνει το έδαφος για κλιμάκωση των επιθέσεων στις γειτονιές. Είναι απαράδεκτο να δίνουν βήμα στους νεοναζί δολοφόνους στην ΕΡΤ και τα άλλα ΜΜΕ, να τους καλούν να συμμετέχουν σε επιτροπές της Βουλής ή να επιδιώκουν συνεργασία λες και μπορεί να εξημερωθεί το ναζιστικό τέρας. Ο ναζισμός δεν υπάρχει χωρίς το έγκλημα και έχει απολέσει το τεκμήριο της αθωότητας στις πύλες του Άουσβιτς. Διεκδικούμε την ολοκλήρωση της δίκης της Χρυσής Αυγής με την καταδίκη της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης. Απαιτούμε την πλήρη απομόνωση τους από κάθε θεσμό της κοινωνίας, από τη Βουλή, τους Δήμους και τα συνδικάτα.

Για το ΔΣ της Γ ΕΛΜΕ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΚΟΚΛΑΣ ΜΠΑΜΠΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΑΔΑΜ

 

Γ ΕΛΜΕ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΑΫΓΕΤΟΥ 60, ΠΑΤΗΣΙΑ, ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ – ΦΑΞ: 210 2012013
g.elme.athinas@gmail.com
Την ώρα, που τα σχολεία μας ρημάζουν από τις συνεχιζόμενες μνημονιακές πολιτικές της λιτότητας και των περικοπών και δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις στοιχειώδεις λειτουργικές τους ανάγκες, ο υπουργός θεώρησε ότι είναι σημαντική η μικρή αύξηση των δαπανών για την Παιδεία που προβλέπεται στον προϋπολογισμό του 2017, και δεν δεσμεύτηκε για την πραγματοποίηση μόνιμων διορισμών, παραπέμποντας το θέμα στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.
Καταλαβαίνουμε ότι οι περίφημοι 20.000 διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών αποτελούν οριστικό παρελθόν, αφού οι δανειστές, όπως είχε διαρρεύσει επί υπουργείας Φίλη, απαιτούν ως προϋπόθεση για διορισμούς την αξιολόγηση και τις απολύσεις στο δημόσιο. Είναι προφανές ότι η αδιοριστία και η υποχρηματοδότηση θα επιβαρύνουν και θα ελαστικοποιήσουν περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών και θα πλήξουν τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας στις προγραμματικές της δηλώσεις δεν έλαβε υπόψη τα αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος. Προσπάθησε να καλλιεργήσει κλίμα συναίνεσης για την προώθηση των επιλογών της, αποκρύπτοντας πως τα κριτήρια και ο οδηγός των μεταρρυθμίσεων είναι κατά κύριο λόγο οι δεσμεύσεις του 3ου μνημονίου και οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ. Τέτοιες κατευθύνσεις είναι η αξιολόγηση και οι αναδιαρθρώσεις της δομής του δημόσιου σχολείου.
Ο υπουργός δήλωσε ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις για το Λύκειο με βάση τα πορίσματα του Εθνικού διαλόγου (αναβάθμιση δύο τάξεων Λυκείου, Εθνικό Απολυτήριο, Πανελλαδικές, Α΄έτος ΑΕΙ) θα είναι έτοιμες ως το Μάρτιο και μίλησε για αξιολόγηση, αυτονομία και αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Στο όνομα της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δε θα δεχτούμε με κανένα τρόπο την εντατικοποίηση των σπουδών και την αύξηση των εξετάσεων στο Λύκειο, ούτε βέβαια την κατηγοριοποίηση μαθητών και σχολείων (εθνικό απολυτήριο – πιστοποιητικό σπουδών). Παράλληλα, στο όνομα της «αυτονομίας» δε θα επιτρέψουμε να ανοίξει η πόρτα των σχολείων στους χορηγούς και την «τοπική κοινωνία» για να παρεμβαίνουν στη λειτουργία, τη διαμόρφωση και το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού έργου.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να δεχτούμε την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις του υπουργού, γιατί γνωρίζουμε ότι έτσι ανοίγει ο δρόμος για την εξωτερική και για την ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που με τόσους αγώνες αποτρέψαμε το προηγούμενο διάστημα. Παρά την πρόσφατη κατάργηση άρθρων του Ν.4024/11 και την αποσύνδεση της ατομικής αξιολόγησης με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δεν έχει καταργηθεί το πλέγμα των νόμων της αξιολόγησης- χειραγώγησης (ΠΔ152, Ν.3848/10, Ν.3879/10, Ν.4142/13).

Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για την οριστική τους κατάργηση, έχοντας κατά νου ότι η απάντηση στην κρίση της Παιδείας δεν μπορεί να είναι η αξιολόγηση και το σχολείο της αγοράς που θέτει φραγμούς σε μεγάλα τμήματα φτωχών μαθητών γιγαντώνοντας τις εκπαιδευτικές ανισότητες, με κακοπληρωμένους, εξουθενωμένους και πειθαναγκασμένους εκπαιδευτικούς. Με τους αγώνες μας οι εκπαιδευτικοί και το συνδικαλιστικό κίνημα στηρίξαμε και στηρίζουμε το δημόσιο σχολείο, απαιτώντας την ουσιαστική του χρηματοδότηση και την ποιοτική του αναβάθμιση σε όφελος όλων των μαθητών/τριών χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις.
Λίγο πριν τις δηλώσεις του Υπουργού, με πρόσκληση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) κλήθηκαν «δημόσιες σχολικές μονάδες της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια) να εκδηλώσουν ενδιαφέρον» προκειμένου να συμμετάσχουν στην «πιλοτική εφαρμογή της Περιγραφικής Αξιολόγησης μαθητών». Μέσα σε ένα θολό τοπίο, αφού το υποστηρικτικό – επιμορφωτικό υλικό δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί, καλούνται οι εκπαιδευτικοί να αποδεχτούν και να υλοποιήσουν ένα σύστημα αξιολόγησης μαθητών, το οποίο δεν γνωρίζουν!

Υπενθυμίζουμε στους συναδέλφους/ισσες ότι η συμμετοχή τους είναι προαιρετική και τους καλούμε να μην συμμετάσχουν στο πρόγραμμα της πιλοτικής περιγραφικής αξιολόγησης των μαθητών.
Συνεχίζουμε την πάλη μας για την ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και την υπεράσπιση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών/τριών μας, διεκδικώντας :
Αύξηση των δαπανών για την Παιδεία στο 5% του ΑΕΠ και έκτακτη χρηματοδότηση των σχολικών επιτροπών για την κάλυψη των αναγκών των σχολείων.
20 μαθητές στο τμήμα, 15 στις κατευθύνσεις και 10 μαθητές ανά καθηγητή στα εργαστήρια.
Κατάργηση της αύξησης του διδακτικού ωραρίου-επαναφορά στα επίπεδα του 2013.
Επαναφορά μειωμένου ωραρίου στους υπεύθυνους εργαστηρίων.
Μόνιμοι μαζικοί διορισμοί -σταθερή εργασία για όλους. Πρόσληψη όλων των αναπληρωτών.

Κανένας εκπαιδευτικός καμίας ειδικότητας δεν περισσεύει. Διορισμοί για την πλήρη και ισότιμη ένταξη των παιδιών των προσφύγων στα σχολεία
Γενναία χρηματοδότηση και στήριξη της Τεχνικής εκπαίδευσης.
Όχι στις υποχρεωτικές μετακινήσεις και τις πλασματικές υπεραριθμίες. Οργανική θέση για όλους.
Αυξήσεις στους μισθούς. Άρση των αδικιών του μισθολογίου, ξεπάγωμα των Μ.Κ. Όχι στο μισθολόγιο-φτωχολόγιο.
Πραγματικές συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις και γνήσιες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ομοσπονδιών.
Πλήρη συνταξιοδοτικά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων. Σύστημα υγείας, συνταξιοδότησης, πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης για όλους, αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν. Πλήρης σύνταξη στα 30 χρόνια υπηρεσίας, ηλικιακό όριο τα 60 χρόνια.
Κατάργηση Καθηκοντολόγιου. Ο Σύλλογος καθηγητών κυρίαρχο όργανο διοίκησης.
Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σύμφωνα με τις θέσεις του κλάδου.
Καλούμε το ΔΣ της ΟΛΜΕ να προσδιορίσει Γενικές Συνελεύσεις και ΓΣ Πρόεδρων των ΕΛΜΕ το Γενάρη για να αποφασίσουμε απεργιακό πρόγραμμα δράσης έτσι ώστε με μαζικούς αγώνες να ανατρέψουμε μνημόνια και πολιτικές λιτότητας, και να πετύχουμε την υλοποίηση των αιτημάτων μας.
Για το ΔΣ της Γ ΕΛΜΕ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΚΟΚΛΑΣ ΜΠΑΜΠΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΑΔΑΜ

 

Αντώνης Γαζάκης, αναδημοσίευση απο το  the greek cloud

3457

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όταν μιλάμε για ρατσισμό δεν μας νοιάζει ούτε ο αυτοπροσδιορισμός (“Εγώ δεν είμαι ρατσιστής”) ούτε, πολύ περισσότερο, οι προθέσεις του οποιουδήποτε. Συμπεριφορές που επιδιώκουν, διεκδικούν ή επιβάλλουν τον αποκλεισμό ολόκληρων κοινωνικών ομάδων (ή μελών τους) από δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής με βάση, ενδεικτικά, το χρώμα δέρματος, την καταγωγή, τη θρησκεία, το φύλο, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, είναι ασυζητητί και εξ ορισμού ρατσιστικές. Όσο και να χτυπιούνται οι φορείς τέτοιων συμπεριφορών, όση σχετικοποίηση, εκλογίκευση ή “ρεαλισμό” και αν χρησιμοποιήσουν.
Ούτε αυτή η λανθάνουσα παραδοχή της ιδεολογικής τους ήττας, που κρύβεται στην άρνηση της ιδιότητας του ρατσιστή μας ενδιαφέρει (ακόμη κι ο Κασιδιάρης είχε πει σε τηλεοπτικό παράθυρο το 2012 ότι δεν είναι ρατσιστής, αλλά “φυλετιστής”, μπας και τον σώσει η μετάφραση της λέξης)· στην πραγματικότητα, η κινηματική, πολιτική και εκπαιδευτική κατάκτηση ότι ο ρατσισμός είναι κάτι αυτοτελώς κακό, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, τους αναγκάζει απλώς να τον βάζουν διαρκώς στην καθημερινή ζωή από το παράθυρο. Είναι σαν να λένε: “θα προχωράμε διαρκώς σε ρατσιστικές πράξεις αρνούμενοι επίμονα και απερίφραστα το ρατσισμό τους, γιατί εμάς δεν μας ενδιαφέρει, όπως εσάς, πώς χαρακτηρίζονται· μας ενδιαφέρει μόνο να πραγματοποιούνται, έτσι ώστε να κυριαρχήσει εκ των πραγμάτων η δική μας αντίληψη”.
Συζητήσεις λοιπόν σε επίπεδο ορολογίας, είτε με τους παραπάνω είτε με “μετριοπαθείς” και “ουδέτερους” που θέλουν τάχα να ακούσουν και την άλλη πλευρά, είναι άσκοπες, άκαιρες και κυρίως αντιπαραγωγικές. Όταν, απολύτως αναρμόδια, σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δημοτικών σχολείων (ήδη σε Ωραιόκαστρο Θεσ/νίκης, Φιλιππιάδα Πρέβεζας, Αλεξάνδρεια Ημαθίας) “απαιτούν” ή “αποφασίζουν” να μη χρησιμοποιηθεί το σχολικό κτίριο όπου φοιτούν τα παιδιά τους για απογευματινά μαθήματα προσφυγόπουλων (γιατί στις συγκεκριμένες περιπτώσεις περί αυτού και μόνο πρόκειται δυστυχώς, και όχι για εγγραφή στο σχολείο και για -σταδιακή έστω- ένταξή τους στο πρωινό ωρολόγιο πρόγραμμα), το μόνο -ή τέλος πάντων το κύριο και πιο άμεσο- που πρέπει να μας απασχολεί είναι το να μην περάσει το δικό τους.
Η άποψη που έχουν οι ίδιοι για το τι συνιστά ρατσισμό ή το ποια είναι τα πραγματικά ή προσχηματικά κίνητρά τους, ακόμη και η αναγκαία προσπάθεια ώστε να μεταστραφεί η στάση τους, είναι θέματα που πρέπει να μας απασχολήσουν, πρακτικά και θεωρητικά, αλλά σε δεύτερο και τρίτο χρόνο. Αυτό που προέχει είναι τα προσφυγάκια να ξεκινήσουν να φοιτούν στο κοντινότερο σε αυτά σχολείο, είτε πρόκειται για σχολείο του οποίου ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων έχει “αποφασίσει” να μην τα δεχτεί είτε πρόκειται για οποιοδήποτε άλλο σχολείο της περιοχής είχε αρχικά επιλεγεί από το αρμόδιο υπουργείο (σε κάποια από τα σχολεία οι αποφάσεις των συλλόγων πάρθηκαν χωρίς να έχει υπάρξει καν τέτοια επιλογή).
Στην πρώτη περίπτωση θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε πόσο σοβαρά παίρνουν τις απειλές τους οι εν λόγω σύλλογοι και πόσο σοβαρά παίρνει η υπόλοιπη κοινωνία (δεν θα πω “το κράτος” σκέτο) τις διακηρύξεις περί δικαιωμάτων και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης. Προσπαθώ να φανταστώ τη γελοιότητα της κατάληψης ενός σχολικού κτιρίου από γονείς για να μην κάνουν εκεί μάθημα παιδιά πρόσφυγες ή πλήθη γονιών να γιουχάρουν παιδάκια που προσέρχονται στο σχολείο. Δυσκολεύομαι. Και δυσκολεύομαι ακόμη περισσότερο να φανταστώ ότι μπροστά σε αυτό το απίθανο ενδεχόμενο είναι προτιμότερο η πλευρά που στέκεται απέναντι στις ρατσιστικές διακρίσεις να υποχωρήσει. Αυτό που δεν δυσκολεύομαι καθόλου να φανταστώ όμως είναι η άτακτη οπισθοχώρηση των ρατσιστών μπροστά σε εισαγγελική παρέμβαση (το είδαμε ήδη στο Ωραιόκαστρο) και μπροστά στην παγκόσμια κατακραυγή (ναι, ακόμη και στην αυτοαναφορική και μικροαστική ελληνική επαρχία θα έπαιζε αυτό κάποιο ρόλο).
Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Αν η απάντηση στους ντόπιους ναζί και ρατσιστές που έλεγαν “αν θέλετε τους πρόσφυγες/μετανάστες στην Ελλάδα, να τους πάρετε σπίτι σας” ήταν ότι πολλοί και πολλές τους πήραν όντως σπίτι τους, τότε η απάντηση σε όσους και όσες δεν θέλουν πρόσφυγες στα “δικά” τους σχολεία δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτές αίθουσες και φιλόξενο περιβάλλον σε άλλα σχολεία. Κι άσε τους άλλους να πνίγονται μέσα στην απομόνωση και το φαρμάκι τους. Μπορούμε και χωρίς αυτούς.
Εξάλλου, δεν έχει μόνο Ωραιόκαστρα και Φιλιππιάδες και Αλεξάνδρειες η χώρα. Οι υπόλοιποι -πλην Λακεδαιμονίων, κι ας μη νιώθεται καθόλου η στάση τους- έχουμε ιστορική ευθύνη, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό, να φερθούμε σε αυτά τα παιδιά και στους γονείς τους όπως δεν φέρθηκαν στους μαύρους οι αμερικανικές πολιτείες του Νότου, στους τουρκόσπορους παππούδες μας οι ντόπιοι, στους Εβραίους οι Γερμανοί και οι άλλοι Ευρωπαίοι πριν, κατά και μετά το Ολοκαύτωμα.

του Βασίλη Ξυδιά

{Αναδημοσίευση δύο άρθρων του Β.Ξυδιά απο τον Δρόμο της Αριστεράς (link στους τίτλους)}

Οδεύοντας προς το νεοφιλελεύθερο σχολείο

Μπροστά ο Φίλης, πίσω ο Λιάκος και στο βάθος η Διαμαντοπούλου

filhs-liakos-650x250

Θα έχετε διαβάσει και σεις διάφορα άρθρα που λένε πόσο σημαντικό πράγμα είναι η Παιδεία, πόσο σημαντική είναι η γνώση και η ηθική καλλιέργεια – ιδίως σε καιρούς κρίσης και σε χώρες όπως η δική μας, ώστε να δημιουργηθεί το απαραίτητο δυναμικό που θα οδηγήσει στην ανάταξη. Εγώ, λοιπόν, όποτε βλέπω τέτοια, έρχεται ζωντανή μπροστά μου η εικόνα του εκάστοτε υπουργού Παιδείας να χαμογελά, άλλοτε πικρά, άλλοτε ειρωνικά, και άλλοτε να καγχάζει με την αφέλεια (πώς αλλιώς να την πει κανείς;) όλων αυτών των κατά τα άλλα λογικών ανθρώπων που σκέφτονται μ’ αυτόν τον αναχρονιστικό τρόπο.

Διότι εδώ τα πράγματα είναι κουκιά μετρημένα. Για τις ελίτ που κυβερνούν, το σχολείο, όπως το ξέραμε στη μοντέρνα, στη βιομηχανική εποχή, το σχολείο που αποσκοπούσε στη μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των παιδιών, πρώτα απ’ όλα ως πολιτών μιας χώρας, αυτό το σχολείο έχει πρακτικά τελειώσει. Το πώς και το γιατί είναι μεγάλη ιστορία, αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η κρίση της γενικής εκπαίδευσης (είτε δημόσιας, είτε ιδιωτικής) έχει ξεσπάσει εδώ και πολλές δεκαετίες, και πως δεν είναι επομένως ο νεοφιλελευθερισμός υπεύθυνος γι’ αυτήν. Ο νεοφιλελευθερισμός απλώς έκανε τη δική του διάγνωση και βρήκε τη δική του λύση στο πρόβλημα: πονάει χέρι, κόψει χέρι· πονάει μάτι, βγάλει μάτι. Με δυο λόγια τέρμα το σχολείο για όλους.

Ή μάλλον -να το πω πιο σωστά- τέρμα το σχολείο που νοιάζεται για όλους. Γιατί δεν έχει κατ’ αρχήν αντίρρηση ο νεοφιλελευθερισμός να έχουν όλοι πρόσβαση σε κάποια μορφή γενικής εκπαίδευσης, της οποίας όμως ο κύριος σκοπός θα είναι να αναπαράγει -όχι την ελίτ (γι’ αυτήν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί)- αλλά έναν επαρκή αριθμό κατώτερων, μεσαίων και ανώτερων στελεχών που χρειάζονται για να λειτουργούν οι επιχειρήσεις, το κράτος κ.λπ. Και βέβαια, βασικό στοιχείο αυτής της νεοφιλελεύθερης εκπαίδευσης είναι το ξεσκαρτάρισμα της πολύ μεγάλης μάζας των μη αναγκαίων και μη ικανών, που θα πρέπει να πετάγονται έξω από την εκπαιδευτική διαδικασία στις διάφορες βαθμίδες της.

Γι’ αυτούς τους τελευταίους δεν υπάρχει καμία απολύτως στενοχώρια και κανένας δισταγμός, ούτε καμία πρόβλεψη τι θα απογίνουν. Έτσι κι αλλιώς στη νεοφιλελεύθερη δυστοπία ένα μεγάλο τμήμα της (λεγόμενης) κοινωνίας θα είναι σκουπίδια. Όχι προλετάριοι· σκουπίδια. Άχρηστοι, απόβλητοι, αδιάφοροι. Αρκεί να είναι επαρκώς ξεδοντιασμένοι, ανίκανοι να προσβάλουν τη νέα τάξη πραγμάτων.

Αν υπάρχουν κάποια ερωτήματα, αυτά αφορούν το πόσο θα είναι το κόστος του υπό διαμόρφωση νέου εκπαιδευτικού μηχανισμού και ποια θα είναι η λειτουργικότητά του (λειτουργικότητα σε σχέση πάντα με τον στόχο που είπαμε). Και υπάρχει ασφαλώς και ένα τρίτο ζήτημα. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η μεταβατική-μεταρρυθμιστική πολιτική, που θα πάρει τα πράγματα από την παρούσα κατάσταση και θα τα οδηγήσει στον τελικό στόχο.

Ένα σχέδιο σ’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση είχε εκπονήσει στις μέρες της, ως υπουργός Παιδείας, η Άννα Διαμαντοπούλου. Το σχέδιο του λεγόμενου «Νέου Σχολείου». Με τα κριτήρια αυτά δεν ήταν κακό το σχέδιο αυτό. Ίσα-ίσα. Είχε βέβαια την ατυχία να ταυτιστεί με τη γενικότερη μοίρα του ΠΑΣΟΚ και των προ-ΣΥΡΙΖΑ μνημονιακών κυβερνήσεων, υπάρχει πάντα όμως ως παρακαταθήκη προς αξιοποίηση από κάθε ενδιαφερόμενο.

Κι αφού περάσαμε από τον ανερυθρίαστο και χονδροειδή στο είδος του Κ. Αρβανιτόπουλο, και το σύντομο διάλειμμα Αρ. Μπαλτά, της «αντιμνημονιακής» περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ, εκλήθη τώρα ο ευφυής και ευέλικτος Ν. Φίλης να δώσει αυτός τη δική του λύση στα τρία παραπάνω προβλήματα – ιδιαίτερα στο τρίτο.

Υπ’ αυτό το πρίσμα θα έπρεπε να δει κανείς το σχέδιο που επεξεργάστηκε ο Αντ. Λιάκος στα τέλη της άνοιξης. Και σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δούμε το τωρινό διάταγμα του Ν. Φίλη για τα Γυμνάσια, σαν μια τροχιοδεικτική βολή για όσα μέλλει να ακολουθήσουν.

Γιαγιά, γιατί φέτος θα με εξετάσεις σε λιγότερα μαθήματα;

Για να σε κόψω καλύτερα παιδάκι μου!

filhs-650x250.png

Αν πάρουμε μία-μία τις καινοτομίες που εισάγονται και τις δούμε σαν αποκομμένες διοικητικές ρυθμίσεις δεν μοιάζουν και τόσο άσχημες. Αρχίζει, όμως, κανείς να καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει αν κάνει ένα zoom-out από τα επιμέρους μέτρα και προσπαθήσει να δει τη «μεγάλη εικόνα». Θα διακρίνει τότε το λεπτό νήμα που συνδέει τις τωρινές αλλαγές με το «Νέο Σχολείο» της Άννας Διαμαντοπούλου.

Η διαφορά είναι ότι η υπουργός του ΠΑΣΟΚ, ως πιο διαφανής στις προθέσεις της, στόχευσε κατευθείαν στο Λύκειο, προσπαθώντας να το προσαρμόσει στο εξεταστικό σχήμα του International Baccalaureate, ενώ ο τώρα ο Φίλης, καλυπτόμενος πίσω από τεράστιους όγκους αριστερής ρητορικής, δεν προχωρά αμέσως στο ναρκοπέδιο του Λυκείου. Ξεκινά ήπια και προσεκτικά από το Γυμνάσιο, θέλοντας για την ώρα να εθίσει απλώς τους μικρούς μαθητές σε λίγες ελαφρές τζούρες του International Baccalaureate, που σε επόμενη φάση θα τους προσφέρει αυτό ή κάτι παρόμοιο κανονικά και με τη μία.

allages

Δύο ταχύτητες

Τα νέα μέτρα είναι, λίγο ως πολύ, γνωστά. Παρουσιάζονται συνοπτικά στον παραπάνω πίνακα (Καθημερινή 9/9/2016). Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως το κρίσιμο μέτρο -αυτό που δίνει το στίγμα- είναι ο χωρισμός των μαθημάτων σε δύο ομάδες, όπου μόνο τέσσερα (γλώσσα, ιστορία, μαθηματικά και φυσική) θα εξετάζονται με τελικό γραπτό διαγώνισμα, ενώ τα υπόλοιπα θα βαθμολογούνται με βάση την αξιολόγηση των δύο τετραμήνων και μόνο.

Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θέλησε να παρουσιάσει το μέτρο αυτό σαν μια παιδαγωγική προτίμηση στην αξιολόγηση χωρίς γραπτές εξετάσεις. Αλλά είναι σαφές ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Αν ήταν αυτό, τότε γιατί να μη βαθμολογούνται όλα τα μαθήματα έτσι, χωρίς τελικό διαγώνισμα; Δεν θα ήταν άλλωστε καμιά φοβερή καινοτομία. Ίσχυε στη δεκαετία του ‘80, επί ΠΑΣΟΚ, μέχρι που τα πράγματα άλλαξαν επί Β. Κοντογιαννόπουλου της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι προς τι η διάκριση μεταξύ των τεσσάρων και των υπολοίπων μαθημάτων.

Ως προς αυτό είναι εύγλωττη η εμπειρία της Κύπρου, όπου η διάκριση εφαρμόζεται ήδη, και όπως βεβαιώνουν πολλοί, το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο. Τα παιδιά εστιάζουν στα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα, και όλα τα άλλα έχουν καταντήσει η «χαρά του παιδιού». Οι περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις δεν πείθουν κανέναν.

Άλλωστε, το ότι ο χωρισμός των μαθημάτων σε δύο ομάδες έχει σαφέστατα αξιολογικό χαρακτήρα, προκύπτει και από ένα άλλο μέτρο, στο οποίο δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις προαγωγής των μαθητών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη νέα ρύθμιση οι μαθητές θα προάγονται είτε αν έχουν από 10 και πάνω σε όλα τα μαθήματα, είτε -προσέξτε τώρα- αν μεν έχουν κάτω από τη βάση σε κάποια από τα μη εξεταζόμενα μαθήματα, τότε αρκεί να βγάζουν γενικό μέσο όρο σε όλα τα μαθήματα πάνω από 10· αν όμως έχουν κάτω από τη βάση σε κάποια από τα τέσσερα γραπτώς εξεταζόμενα, τότε για να προαχθούν θα πρέπει ο μέσος όρος των τεσσάρων αυτών μαθημάτων να είναι πάνω από 13 (δηλαδή τουλάχιστον 12,5).

Δεν ξέρω αν γίνεται σαφές με τη μία, αλλά ελπίζω να καταλαβαίνει κανείς ότι στη διαδικασία της προαγωγής οι δύο ομάδες μαθημάτων δεν μετρούν το ίδιο.

Ο σκοπός της αξιολόγησης

Εισάγεται λοιπόν με τα νέα μέτρα ένα σύστημα βαθμολόγησης -και επομένως επιλογής- που βασίζεται σε τέσσερα μόνο από το σύνολο των διδασκομένων μαθημάτων. Τι σημαίνει αυτό; Ότι χωρίς τα αντιλαϊκιστικά νταϊλίκια της Διαμαντοπούλου, ο Φίλης χτίζει ένα σύστημα αξιολόγησης που, όπως και αυτό της προκατόχου του, δεν ενδιαφέρεται να αξιολογήσει αναλυτικά τη γνώση του κάθε μαθητή σε όλα τα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα (για να του υποδείξει δήθεν σε τι πρέπει να γίνει καλύτερος και άλλες τέτοιες παιδαγωγικές αφέλειες). Το ζητούμενο είναι να κρίνει ποιοι μπορούν να περάσουν στην επόμενη βαθμίδα και ποιοι όχι. Είναι τόσο απλό!

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να εξεταστούν όλοι σε όλα. Οι ικανοί μπορούν να ξεχωρίσουν από τους μη ικανούς και με τα τέσσερα ενδεικτικά μαθήματα. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη άποψη αυτό είναι το έργο του εκπαιδευτικού συστήματος. Το αν κάποιος θα μάθει ή όχι είναι δικό του θέμα. Έτσι κι αλλιώς αυτοί που χρειάζεται το σύστημα είναι πολύ λιγότεροι απ’ όσους παράγει τώρα το σχολείο.

Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία

Του Λαέρτη Τανακίδη*

Α. Η γνωση του αρχαιου ελληνικου κοσμου ειναι χρησιμη για τον νεοελληνα. Αλλα αυτο δε σημαινει ΟΥΤΕ οτι πρεπει να εξιδανικευεται και να απολυτοποιειται η αξια του ΟΥΤΕ οτι η επαφη με αυτον πρεπει να γινεται απο το πρωτοτυπο των αρχαιων κειμενων. Οι μαθητες που διδαχτηκαν τα αρχαια ελληνικα απο μεταφραση γνωριζουν συνηθως για αυτους πολυ περισσοτερα απο οσα οι παλιοτεροι που τους διδασκονταν απο το πρωτοτυπο επι 8 ωρες την εβδομαδα για εξι χρονια. Αυτο που εμενε στο τελος ηταν μερικα ρητα και σπαραγματα απο καποια κειμενα και οχι η γνωση του πως σκεφτονταν οι αρχαιοι, πως αξιολογουσαν τα πραγματα και πως οργανωναν τη ζωη τους,

Β.Η αρχαια ελληνικη γλωσσα ειναι σπουδαια. Ακουγονται ομως διαφορες υπερβολες : Οτι

Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.

ειναι γλωσσα-προτυπο, οτι οι αρχαιοι ανεπτυξαν τον πολιτισμο τους…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.091 επιπλέον λέξεις

Η πρόταση των 132 πανεπιστημιακών για την κατάργηση των Αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο με ταυτόχρονη ενίσχυση της νεοελληνικής γλώσσας έχει ανοίξει έναν έντονο διάλογο ανάμεσα σε άτομα και φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Η αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους θεματοφύλακες της αρχαιομάθειας και τους υποστηρικτές των Αρχαίων από μετάφραση επαναφέρει τη γνωστή διαμάχη του ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ, με τα γνωστά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Κατάλοιπό της εξάλλου ήταν και η μέχρι τώρα 3ωρη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και η 2ωρη της Νεοελληνικής Γλώσσας.

Διαβάζοντας προσεκτικά τις ανακοινώσεις και τα ψηφίσματα, ο καλόπιστος αναγνώστης παρατηρεί ότι κανείς από τους ανήκοντες στις αντιπαρατιθέμενες ομάδες –ούτε και η γράφουσα– δεν αμφισβήτησε την αξία και τη διαχρονικότητα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, τη διεθνή επίδρασή του και την αναγκαιότητα να γίνουν οι μαθητές κοινωνοί του ανθρωπιστικού πνεύματος και των αξιών του.

Κανείς δεν προτείνει επίσης τη συνολική κατάργηση της διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο (διδάσκονται 2 ώρες από μετάφραση σε όλες τις τάξεις) ή την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Λύκειο.

Το επίμαχο ερώτημα είναι αν στο Γυμνάσιο τα αρχαία κείμενα θα διδάσκονται με όργανο την αρχαία γλώσσα ή τη νεοελληνική.

Αυτό το ερώτημα, όμως, εντέχνως το αποσιωπούν οι υποστηρικτές της μιας πλευράς.

Επιμένουν σε γενικεύσεις για τη σημασία των αρχαίων κειμένων (που ουδείς αμφισβητεί) και σε ιδεοληψίες που συχνά αγγίζουν τα όρια του εθνικισμού, αναπαράγοντας λογικές που οι φιλόλογοι περιγράφουν ως «προγονοπληξία» όταν εξηγούν στους μαθητές και στις μαθήτριές τους την έννοια της Παράδοσης και την άγονη προσκόλληση σε αυτήν.

Με αυτόν τον τρόπο συσκοτίζεται η πραγματικότητα και δημιουργείται η ψευδής εντύπωση ότι «διώκονται τα Αρχαία Ελληνικά στο Γυμνάσιο».

Στα δεκάδες άρθρα και τα ψηφίσματα δεν υπάρχουν αναφορές σε επιστημονικές έρευνες και αξιόπιστα τεκμήρια, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει επίσης –εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων– η διάθεση για έναν προβληματισμό που να αφορά τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες των σημερινών μαθητών/τριών και την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης.

Και ποιότητα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ουσιαστική κατάκτηση της μητρικής γλώσσας, όπως έχει αποδειχτεί από πλήθος επιστημονικές έρευνες.

Το ουσιαστικό ζητούμενο επομένως είναι: Με ποιον τρόπο οι αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αλλά και τα ευρύτερα πολιτιστικά αγαθά θα κατανοηθούν και θα γίνουν κτήμα των νεότερων, βελτιώνοντας παράλληλα το γλωσσικό επίπεδο της μητρικής τους γλώσσας, δηλαδή της νεοελληνικής;

Τα συμπεράσματα μιας σημαντικής συγκριτικής μελέτης (1971-1987) του Χ. Φράγκου και του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης (δείγμα 885 μαθητές που διδάχτηκαν 8ωρες εβδομαδιαία τα Αρχαία από το πρωτότυπο μέχρι το 1971 στις 3 πρώτες τάξεις του τότε Γυμνασίου και 500 μαθητές που το 1987 είχαν ήδη διδαχτεί τα Αρχαία μόνο από μετάφραση στις ίδιες τάξεις και στην ίδια γεωγραφική περιοχή) έδειξαν ότι η διδασκαλία από μετάφραση βελτιώνει τον γλωσσικό κώδικα και λειτουργεί ενισχυτικά στην καλύτερη κατάκτηση της μητρικής γλώσσας και τεκμηρίωσαν την άποψη ότι δεν θα έπρεπε για κανένα λόγο να επανέλθουν τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο. Στην ίδια έρευνα καταρρίφθηκε επίσης ο μύθος της γνωστής «λεξιπενίας», όπως και αρκετά στερεότυπα για τη «μαγική» επενέργεια της αρχαίας γλώσσας στο γλωσσικό επίπεδο των μαθητών/τριών.

Οταν το 1993 η τότε κυβέρνηση, με κριτήριο αυθαίρετες ιδεολογικές παραδοχές, θέλησε να επαναφέρει τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο, σύσσωμη σχεδόν η εκπαιδευτική και η πανεπιστημιακή κοινότητα κατήγγειλε αυτή την ενέργεια (από την πλούσια αρθρογραφία στις εφημερίδες της εποχής, ενδεικτικά αναφέρονται: Χ. Φράγκος, Φ.Ι. Κακριδής, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Ε. Κριαράς, Φ.Κ. Βώρος, Α. Φραγκουδάκη).

Η επαναφορά των Αρχαίων καταγγέλθηκε επίσης από το 6ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της ΟΛΜΕ (1993) με βασικό επιχείρημα την έλλειψη επιστημονικής και παιδαγωγικής τεκμηρίωσης.

Πράγματι, τα Αρχαία από το πρωτότυπο διδάχτηκαν πειραματικά για έναν χρόνο στην Α΄ Γυμνασίου (1992-93) και το προαποφασισμένο αποτέλεσμα κρίθηκε «επιτυχές» (υπ. Παιδείας Σουφλιάς, πρ. Π.Ι. Μπαμπινιώτης), πριν ακόμη ολοκληρωθούν η σχολική χρονιά και η «έρευνα» του Π.Ι. (ερωτηματολόγιο με ερωτήματα όπως: «Σου άρεσαν τα Αρχαία που διδάχτηκες;»).

Με αυτή την αντιεπιστημονική μεθόδευση, τα Αρχαία από πρωτότυπο επεκτάθηκαν ώς το 1995 σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου.

Στα 23 χρόνια που ακολούθησαν, τα γνωστικά ή γλωσσικά αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος στους μαθητές/τριες από ποιον πανεπιστημιακό ή άλλο φορέα αξιολογήθηκαν, με ποια ορθολογικά επιστημονικά εργαλεία και πότε;

Υπάρχει μία έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (2007), αλλά αφορά 350 φιλολόγους (δείγμα ελεγχόμενο για την τυχαιότητά του), με ερωτήματα στοχευμένα (π.χ. «Θα θεωρούσατε έλλειμμα παιδείας αν οι μαθητές τελείωναν το Γυμνάσιο χωρίς να έρθουν καθόλου σε επαφή με την αρχαία ελληνική γλώσσα;»), με προφανείς απαντήσεις (το 96% των φιλολόγων απάντησε «αρκετά έως πολύ» σε αυτή την ερώτηση) και αντίστοιχα μεροληπτικά συμπεράσματα, που αναφέρονταν και στους μαθητές/τριες, που δεν αποτελούσαν όμως δείγμα της έρευνας.

Το 2009 μάλιστα, το Π.Ι. δεν έδωσε άδεια σε μεταπτυχιακούς φοιτητές/τριες (ΑΠΘ Μ. Κελπανίδης) για έρευνα σε μαθητές/τριες, φοβούμενο ίσως ότι τα δεδομένα της θα είναι απορριπτικά για το αρχαιοκεντρικό δόγμα («οι μαθητές δεν έχουν την ωριμότητα και δεν είναι σε θέση να απαντήσουν» ήταν το πρόσχημα).

Ο Μ. Κελπανίδης πραγματοποίησε τελικά έρευνα σε τυχαίο δείγμα 424 φιλολόγων.

Στα συμπεράσματα αναφέρεται ότι: το 67% δεν ήταν ικανοποιημένοι/ες από τον τρόπο διεξαγωγής του μαθήματος των Αρχαίων και για το 82,3% «η βελτίωση της ικανότητας να χειρίζονται οι μαθητές τους τη Νέα Ελληνική απαιτεί περισσότερες ώρες Νέων Ελληνικών και όχι Αρχαίων» (αύξηση ωρών Αρχαίων πρότεινε το 17% του δείγματος).

Η αποτυχία του αρχαιοκεντρικού προγράμματος και η δυσφορία μαθητών και εκπ/κών αποτυπώθηκαν έκτοτε ερευνητικά (π.χ. Μ. Κοξαράκη), πράγμα για το οποίο προφανώς δεν ευθύνεται η αρχαία γλώσσα (ενδεικτικές αιτίες: αποσπασματικά κείμενα, ακατάλληλα βιβλία-αναλυτικά, μηχανιστική απομνημόνευση γραμματικών και συντακτικών κανόνων κ.ά.).

Στο συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν τα παραπάνω δεδομένα, ότι δηλαδή στο Γυμνάσιο η διδασκαλία των Αρχαίων χρειάζεται να γίνεται από μετάφραση, πρέπει να επισημανθεί η αναγκαιότητα της αλλαγής αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων, με επιλογές συγγραφέων και κειμένων που θα λειτουργούν ως γέφυρες για την κριτική προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Για να έρθουν οι μαθητές/τριες σε επαφή και με την αρχαία ελληνική γλώσσα, θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται μικρά επιλεγμένα κείμενα από το πρωτότυπο, δίπλα στο μεταφρασμένο κείμενο και σε περιοδικά διαστήματα.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ενίσχυση της διδασκαλίας της Νεοελληνικής Γλώσσας.

Είναι κοινή η διαπίστωση των μάχιμων φιλολόγων ότι οι μαθητές/τριες αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ιδιαίτερα στον γραπτό λόγο, ότι τα βιβλία της Γλώσσας στο Γυμνάσιο είναι ανεπαρκή, τα αναλυτικά προγράμματα ελλιπέστατα, η παραγωγή γραπτού λόγου και η έκθεση στην ουσία δεν διδάσκονται, ενώ εξετάζονται μέχρι και στις πανελλήνιες εξετάσεις.

Επομένως, είναι αναγκαίο να αυξηθούν οι ώρες της Νεοελληνικής Γλώσσας στην κατεύθυνση της καλλιέργειας γλωσσικής εκφραστικής ικανότητας, με διδασκαλία δημιουργικής γραφής, ανάπτυξη λεξιλογίου κ.λπ.

Απαραίτητο κρίνεται επίσης να ενισχυθεί και να αναδιαρθρωθεί το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, συνδεόμενο με δημιουργική ανάγνωση, φιλαναγνωσία και κριτική κειμένων.

Οι σχολικές βιβλιοθήκες –που πρέπει επιτέλους να λειτουργήσουν– μπορούν να παίξουν σε αυτό καθοριστικό ρόλο.

Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Παιδείας να μειώσει κατά μία ώρα τα Αρχαία από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο είναι ένα ημίμετρο με αρνητικό εκπαιδευτικό πρόσημο, εφόσον αυτές οι ώρες δεν αποδίδονται στη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας στη Β΄ και την Γ΄ τάξη.

Φαίνεται ότι το υπουργείο, ενώ δείχνει ευαισθησία και υποχωρητικότητα σε πολιτικές και ιδεολογικές πιέσεις, δεν δείχνει την ίδια ευαισθησία για την αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, που δεν μπορεί να υπακούει σε λογιστικές πρακτικές εξοικονόμησης προσωπικού.

Σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο μεγάλων προκλήσεων (παγκοσμιοποίηση, πολυπολιτισμικότητα, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τεχνολογία), είναι προφανές ότι τα παιδιά μας θα πρέπει να κατακτήσουν πρωτίστως τη μητρική τους γλώσσα και μέσω αυτής να γνωρίσουν και να χαρούν όχι μόνο τον αρχαίο αλλά και τον νεότερο πνευματικό πολιτισμό.

Περιμένουμε επομένως όλοι όσοι υπεραμύνονται της διατήρησης των Αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο και ιδιαίτερα οι πανεπιστημιακοί να δείξουν την ανάλογη μαχητικότητα και το ενδιαφέρον τους για την ενίσχυση της νεοελληνικής γλώσσας.

Εκτός, βέβαια, αν θεωρούν ότι το μόνο καλό που διαθέτουμε ως νεοέλληνες είναι οι πρόγονοί μας.

*φιλόλογος, μέλος Δ.Σ. ΚΕΜΕΤΕ και Δ.Σ. Γ΄ ΕΛΜΕ Αθήνας